Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Ρένος Αποστολίδης: Ο δραπέτης του αετώματος*







*Πρόκειται για ένα κείμενο που ανήκει σε μια συλλογή διηγημάτων του Ρένου Αποστολίδη η οποία κυκλοφόρησε με γενικό τίτλο: Οι εξάγγελοι

*Ευχαριστούμε θερμά τον κύριο Κώστα Κυριακού Χουχουλιδάκη για την αποστολή του κειμένου

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Σ. Αμάραντος: Πολιτική ηγεσία και δημοκρατία

Σωτήρης Αμάραντος

Το πρόβλημα της «πολιτικής ηγεσίας» έχει ήδη από την Ομηρική εποχή απασχολήσει την ελληνοδυτική σκέψη. Σε όλους αυτούς τους αιώνες που μεσολαβούν ως την εποχή μας, σπουδαίοι θεράποντες του στοχασμού όπως ο Θουκυδίδης, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Πολύβιος, κατά την αρχαιότητα ή όπως ο Μακιαβέλι, ο Ρουσσώ, ο Παρέτο, ο Μαξ Βέμπερ κατά τη νεωτερικότητα, προσπάθησαν να δώσουν απάντηση στο πρόβλημα αυτό.

Ένας κάποιος μεταπαρατηρητής, θα μπορούσε να ισχυριστεί πως οι απαντήσεις που δόθηκαν από σημαντικούς στοχαστές, σε όλη τη διάρκεια του ελληνοδυτικού πολιτισμού, σχετικά με το ζήτημα της «πολιτικής ηγεσίας», έχουν ως σημείο εκκίνησης την κυρίαρχη εικόνα που αποκωδικοποιεί την ουσιακή κατάσταση  του ανθρώπου και της κοινωνίας του. Με άλλα λόγια, η οντολογία του ανθρώπου θέτει τους όρους πραγμάτευσης του ζητήματος που εξετάζουμε.

Έχουμε δυο βασικές αναπαραστάσεις του ανθρώπου, που συνιστούν και δυο διαφορετικές οδούς προς την προσέγγιση του πολιτικού φαινομένου, καθώς συνεπαγωγικά και του φαινομένου της πολιτικής ηγεσίας.

Η πρώτη αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ως ένα στατικό και άβουλο ον, το οποίο υποχρεώνεται από τη φύση του να ετεροκαθορίζεται από τρίτους παράγοντες. Στην προοπτική αυτή, η ανθρώπινη συλλογικότητα κατανοείται ως ένα λίγο-πολύ άμορφο υλικό, το οποίο θα κληθεί ένας κάποιος δημιουργός να μεταπλάσει και να του δώσει είδος-μορφή, δηλαδή να του θέσει τους όρους της ύπαρξης. Η πολιτική έκφραση του σχήματος αυτού, παραπέμπει σχεδόν με ακρίβεια σε μια αναγωγή. Πρόκειται για το πρότυπο αναφοράς των "κοινωνικών πραγμάτων" στη σχέση εξουσίας μεταξύ Θεού-δημιουργού και δημιουργημάτων. Η αναγωγή αυτή τοποθετεί στη θέση του Θεού τον  κάτοχο της πολιτικής εξουσίας, ενώ στη θέση της άμορφης αλλά δεκτικής ύλης, το σύνολο των ανθρώπων μιας κοινωνίας. Το σχήμα αυτό, δικαιώνει ιδεολογικά και άρα θεμελιώνει τις μορφές, ολοκληρωτικής, απολυταρχικής και ολιγαρχικής εξουσίας. Αναφερόμαστε στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία, πολιτικός ηγέτης είναι αυτός που διέπεται από την αξίωση, αλλά και από την εμπειρία  της επιβολής στο κοινωνικό σώμα, το οποίο με τη σειρά του, εξαιτίας της υπαρξιακής του κατωτερότητας, οφείλει να υποταχθεί ενώπιον του ηγέτη.

Η δεύτερη αναπαράσταση θεωρεί τον άνθρωπο ως φορέα μιας οντολογικής ελευθερίας, ως δρώσα υποκειμενικότητα και ως δημιουργό της ιστορικής διαδικασίας, εξίσου ικανό για το καλύτερο και το χειρότερο, τόσο για τα υψηλότερα πολιτισμικά επιτεύγματα όσο και για τις πιο φρικτές πράξεις και όχι ως ένα παθητικό υποκείμενο που απλά υποτάσσεται στα καλεύσματα της εξουσίας. Το σχήμα αυτό αποτελεί την προϋπόθεση για την ανάδυση της δημοκρατικής πολιτείας. Υπό την προοπτική αυτή, η πολιτική ηγεσία, δεν συνιστά μια παράμετρο που επιβάλλεται στην κοινωνία από τα πάνω. Αντίθετα, πρόκειται για το ενέργημα εκείνο, το οποίο πραγματώνεται εντός και διαμέσου της κοινωνίας, πάντοτε με πρόσημο την επίτευξη ενός σκοπού που υπερβαίνει τις ατομικές βλέψεις του ηγέτη και επιχειρεί να ικανοποιήσει έναν κάποιο κοινωνικό σκοπό.

Τα δυο σχήματα που προσπαθήσαμε να περιγράψουμε, παρουσιάζονται  πολύ παραστατικά στο έργο της Χάννα Άρεντ, μέσα από την απόπειρα αποκάλυψης του αρχικού νοήματος δυο βασικών, για το πρόβλημα της ηγεσίας, αλλά και γενικότερα της πολιτικής, όρων: του «άρχειν» και του «πράττειν».  Σύμφωνα με τη συγγραφέα, πριν οι δυο όροι καταλήξουν να σημαίνουν, ο μεν πρώτος την άσκηση εξουσίας κάποιου επί των πολλών και ο δε δεύτερος την τυφλή εκτέλεση της εξουσιαστικής διαταγής από τους πολλούς, παρέπεμπαν σε μια εντελώς άλλη διάσταση της πολιτικής: της πολιτικής ως μετοχής, για κάθε κοινωνικό υποκείμενο, επί τη βάσει της ισότητας και της ελευθερίας, στη διαμόρφωση της συλλογικής μοίρας μιας κοινωνίας. Ώστε λοιπόν, σε αυτή τη διάσταση της πολιτικής, ο όρος «άρχειν» είχε τη σημασία της δυνατότητας ανάληψης, από την πολιτική ατομικότητα, της πρωτοβουλίας και της παρακίνησης του πολιτικού σώματος προς μιας συγκεκριμένη κατεύθυνση και ο όρος «πράττειν» σήμαινε, το ενδεχόμενο ελεύθερης αποδοχής της πολιτικής πρόκλησης από τους πολλούς και την ανάληψη της απαιτούμενης δράσης για την πραγματοποίησή της και ταυτόχρονα, τη δυνατότητα απόρριψής της.

Από όσα προηγήθηκαν, ίσως θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε δυο βασικές διαστάσεις που συγκροτούν τελικώς τις γενικές ιδιότητες της ταυτότητας της «πολιτικής ηγεσίας».

Η πρώτη είναι η υποκειμενική διάσταση της ταυτότητας, η οποία σχετίζεται με την ατομική ικανότητα κάποιου υποκειμένου, να συνθέτει τα επιμέρους κοινωνικά συμφέροντα και να εκφράζει τις ανάγκες της εποχής του ή σε πιο σπάνιες περιπτώσεις ακόμη και να προηγείται της εποχής του.


Η δεύτερη είναι η αντικειμενική διάσταση της ταυτότητας, η οποία αναφέρεται στην ικανότητα μιας κοινωνίας αφενός να παράγει άτομα με τις υποκειμενικές ιδιότητες που μόλις εκθέσαμε και αφετέρου να περιλαμβάνει τις θεσμικές εκείνες ασφάλειες, κατά τις οποίες θα παρέχεται η συνεχής δυνατότητα, στο σώμα των πολιτών, να ελέγχουν την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, ώστε να αποτρέπεται η αυτονόμηση του ηγέτη και η κατάχρηση της αρχής.

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

Σωτήρης Αμάραντος: Οι αξιώσεις αιωνιότητας της ολιγαρχικής μεσοβασιλείας


Σωτήρης Αμάραντος

Κάποτε ακόμη και οι πιο αυταρχικές πολιτικές ουτοπίες ξεκινούσαν από το αίτημα της διερεύνησης του ερωτήματος για τη δίκαιη πολιτεία. Σήμερα, οι πολιτικές της ελεημοσύνης στο χρηματιστήριο αξιών αντικατέστησαν το Κράτος Πρόνοιας που με τη σειρά του είχε εκτοπίσει το όραμα για μια δίκαιη κοινωνία αναλογικής ισότητας. Η ελευθερία της αγοράς, όπως μεταφράστηκε ο πολεμικός ανταγωνισμός των καπιταλιστικών συμφερόντων, ο οποίος με τη συμβολή της Πολιτικής Οικονομίας, δηλαδή της ιδεολογίας του κεφαλαίου κάτω από τον μανδύα της επιστημονικότητας, με μια πράξη μαγικής ισχύος, που μόνο οι αριθμοί θα μπορούσαν να επιτύχουν, εξαφάνισε από τη θέαση του αντικειμένου την παράμετρο των δομών της καπιταλιστικής κοινωνίας, οικονομίας και πολιτικής και απέδωσε στο άτομο και στην ικανότητά του να πραγματώνει ορθολογικά τα συμφέροντά του, την ευθύνη της επιτυχίας ή της αποτυχίας.
Η αντίδραση των κοινωνικών ομάδων που βρέθηκαν εκτός της νομής της οικονομικής επιτυχίας του συστήματος, εκδηλώθηκε με τη δημιουργία ενός αντίπαλου κοσμοειδώλου. Έτσι γεννήθηκε ο κομμουνισμός. Στην περίπτωση αυτή, επανήλθαν στο προσκήνιο του θεωρητικού ενδιαφέροντος οι κοινωνικές δομές και εξαφανίστηκε το άτομο, το οποίο αντικατέστησε η έννοια της κοινωνικής τάξης. Ενώ λοιπόν στην ιδεολογία του φιλελευθερισμού, την τάξη της κοινωνικής αρμονίας των ατομικών συμφερόντων εγγυάται το αόρατο χέρι ως άλλη θεία πρόνοια, στην περίπτωση του κομμουνισμού, τον ρόλο της υπερβατικής θεμελίωσης του συστήματος αναλαμβάνει η διαλεκτική κίνηση της ιστορίας. Υπό την προοπτική αυτών των ιδεολογικών σχημάτων, η κρατική οντότητα συνιστά το αναγκαίο κακό, έως ότου μπορέσει το κοινωνικό σύστημα να αυτορυθμιστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Μια άλλη δομική ομοιότητα για τα δυο κοσμικά είδωλα της νεωτερικότητας σχετίζεται με το ζήτημα της απεριόριστης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η υλιστική ροπή και του φιλελευθερισμού και του κομμουνισμού, εκδηλώνεται ως μια φαντασίωση, κατά την οποία η αΐδια ανάπτυξης της παραγωγικότητας και της αναγκαίας συμπλήρωσής της από την κατανάλωση, θα λύσει όλα τα προβλήματα τα οποία ταλανίζουν διαχρονικά την ανθρώπινη περιπέτεια. Η ικανοποίηση αυτού του υλιστικού προτάγματος θα πραγματώσει την ανθρώπινη φύση με όρους ελευθερίας και θα κατανείμει τα κοινωνικά αγαθά επί τη βάσει της ισότητας και για τα δυο συστήματα. Μοιραία κάτω από αυτή τη λογική, το πολιτικό ζήτημα και για τις δυο αυτές εκφράσεις του σύγχρονου υλισμού αποτελεί μια δευτερεύουσα και συμπληρωματική συνθήκη στην εξίσωση της νεωτερικότητας.
Αφού η οικονομική δραστηριότητα ανάγεται σε θεμέλιο λίθο της κοινωνικής πραγματικότητας, μέσα από την οποία θα προέλθει η ελευθερία και η ισότητα και αφού το ζήτημα της παραγωγικότητας απαντά στις βασικές βιολογικές και άρα επιτακτικές ανάγκες της ανθρώπινης ύπαρξης, το μόνο που απομένει είναι η επιστημονική διαχείριση της ικανοποίησης των αναγκών αυτών μέσα από τον κεντρικό θεσμό των κοινωνιών που είναι το κράτος. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως τόσο ο κομμουνιστικός ολοκληρωτισμός όσο και ο νεοφιλελεύθερος ανολοκλήρωτος –για την ώρα– ολοκληρωτισμός της αγοράς, θέτει το ζήτημα της τεχνοκρατικής διαχείρισης του συστήματος ως πανάκεια για τη λύση όλων των κοινωνικών προβλημάτων. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που οι αρχές του συστήματος που περιγράψαμε συνιστούν και για τις δυο κυρίαρχες ιδεολογίες της νεωτερικότητας μεταφυσικά και άρα μη αμφισβητήσιμα αξιώματα, το μόνο που χρειάζεται είναι η διάνοιξη, από τις ομάδες των ειδικών που θα ασκούν την κρατική εξουσία, του ορθού δρόμου. Η πολιτική τέχνη δηλαδή, μετουσιώνεται σε τεχνική διαχείρισης των παραγωγικών και καταναλωτικών δραστηριοτήτων και μέσω αυτών των ανθρώπινων μαζών. Μια τέτοια παραδοχή, που υποβιβάζει την πολιτική σε τεχνικό μέσο, το οποίο βασίζεται στις εξίσου τεχνικές γνώσεις και ικανότητες των ολίγων που κατέχουν την αλήθεια της πολιτικής τεχνικής, θέτει το σύνολο των κοινωνικών υποκειμένων στο περιθώριο των πολιτικών δραστηριοτήτων, στην παθητική κατανάλωση της πολιτικής παραγωγής. Οι συντεχνίες των επαγγελματιών της πολιτικής –τα κοινοβουλευτικά κόμματα– αξιώνουν, κάτω από την αριστερή, την κεντρώα ή τη δεξιά ιδεολογία, να οδηγήσουν την κοινωνία στη φαντασιώδη σύλληψη της φιλελεύθερης ή κομμουνιστικής ουτοπίας. Το ζήτημα της πραγμάτωσης τόσο της ελευθερίας όσο και της ισότητας μετατοπίζεται σε ένα μυστηριακό μέλλον, όπου οι ανθρώπινες ανάγκες θα έχουν ικανοποιηθεί.
Μεθερμηνεύοντας την τελευταία πρόταση, μπορούμε να διακρίνουμε το αλυσιτελές της νόημα, το οποίο αφού έχει αναγνωρίσει μια θεμελιώδη ζωική διάσταση για τον άνθρωπο, στη συνέχεια υποθέτει αυθαίρετα ότι όταν αυτή ικανοποιηθεί, το ζώον μέσα μας θα εξαφανιστεί για να αναδυθεί ο «ελεύθερος άνθρωπος». Φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που «πανουργία του λόγου» εκφράζεται στην ιστορία των ιδεών γελοιοποιώντας την υποτιθέμενη ασυμβίβαστη αντίθεση μεταξύ ακραίων σημείων. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι δύσκολο να επισημάνουμε πως ο χυδαίος υλισμός μετουσιώνεται σε αφελή ιδεαλισμό, κατά τον οποίο η ελευθερία πραγματώνεται διαμέσου της αναγκαιότητας. Και επειδή το ζήτημα της ελευθερίας μετατίθεται σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, ενώ το ζωικό στοιχείο του ανθρώπου δεν είναι δυνατόν να εκλείψει, είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε σε μια αιώνια μεσοβασιλεία. Μάλιστα το χαρακτηριστικό της οντολογικής αντίστασης του ζωικού ανθρώπινου στοιχείου έναντι των «πολιτικών» εξάλειψής του, νομιμοποιεί τις εκάστοτε εξουσίες ώστε να ασκούν ακραία βία για να αντιμετωπίσουν υποτίθεται τα προβλήματα που εκπηγάζουν από αυτό. Όπως βέβαια και η ιδεολογική επίκληση της εμμένειάς του, χορηγεί, στις ομάδες κυριαρχίας, το επιχείρημα περί της αναγκαιότητας διατήρησης αυτής της μεσοβασιλείας.
Οι δεκαετίες που ακολούθησαν την πτώση του υπαρκτού κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού χαρακτηρίστηκαν από την αχαλίνωτη επέκταση της κερδοφορίας του παγκόσμιου καπιταλισμού, από την αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων, από τη σχεδόν πλήρη εργαλειοποίηση του εργαζομένου και τέλος από την αποσύνθεση των συλλογικών κινημάτων που διεκδικούσαν μια ευνοϊκότερη για τους αδύναμους κατανομή του εισοδήματος. Προφανώς και η παγκοσμιότητα του καπιταλισμού, η ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων ανά την υφήλιο, η συντριβή του αντίπαλου κοσμοειδώλου στο επίπεδο της πολιτικής, της οικονομίας και της επιστήμης, καταργεί τις ίδιες τις ουσιώδεις ιδεολογικές διαφορές μεταξύ αριστεράς και δεξιάς στον βαθμό που η ευημερία, αν όχι και η επιβίωση μιας χώρας, εξαρτάται από τη θέση της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και στη μορφή της εκμετάλλευσης που αυτός συνεπάγεται. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε οι εθνικές πολιτικές δυνάμεις οι οποίες για την ώρα χρησιμοποιούν τη μαζική ψήφο για νομιμοποίηση της διαχειριστικής, ως προς το κυρίαρχο σύστημα, εξουσίας, ενώπιον των αιτημάτων των δοκιμαζόμενων μαζών απαντούν εκ δεξιών με την επιστροφή σε μια πολιτική λαλιά πατριδοκαπηλίας, ενίοτε φασίζουσας, που παραπέμπει στο απαρχαιωμένο μοντέλο της εθνικά οργανωμένης οικονομίας των αρχών του 20ου αιώνα και εξ αριστερών με την υιοθέτηση της σοσιαλιστικής κριτικής του 19ου αιώνα προς τα επιφαινόμενα της αστικής κοινωνίας, δηλαδή κατά του έθνους, της θρησκείας και της οικογένειας, γεγονότα που κάνουν την τελευταία να βρίσκεται εγγύτερα ιδεολογικά προς τον νεοφιλελευθερισμό απ' ότι η πατριδοκάπηλη δεξιά. Τέλος, όσον αφορά τον νεοφιλελευθερισμό, αυτός αρκείται στους ελιτίστικους αφορισμούς τους οποίους θέτει σε κυκλοφορία, χρεώνοντας τον όρο του «λαϊκισμού» σε οτιδήποτε τείνει να αρνηθεί την αντικοινωνική του επιδίωξη απόλυτης κυριαρχίας.
Παράλληλα προς αυτές τις μορφές αντίδρασης υφίσταται και μια άλλη, όχι τόσο αντίδραση, όσο ροπή. Η ροπή αυτή επισημάνθηκε από φωτισμένους στοχαστές των προηγούμενων αιώνων περισσότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένα, άλλοτε ως ανομία (Emile Durkheim) ή ως παρακμή (Oswald Spengler) άλλοτε ως μηδενισμός (Friedrich Nietzsche) ή αλλοτρίωση (Karl Marx) ή ακόμη κι ως νεύρωση (Sigmund Freud). Οι θεωρητικές αφετηρίες και ο επιστημολογικός στόχος μπορεί να διαφέρει σε όλες τις προηγούμενες διατυπώσεις, αλλά το στοιχείο που αποτελεί κοινό τόπο αποκωδικοποιείται στην αγωνιώδη διαπίστωση πως ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, έχοντας διακηρύξει πως «ο Θεός πέθανε» και αφού τοποθέτησε στο θρόνο του υπερβατικού εκκοσμικευμένα υποκατάσταστα, εισήλθε σε μια φάση εσωτερικής αποσύνθεσης, όπου η απορρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων και των συλλογικών ταυτοτήτων συνοδεύει την πρόοδο της τεχνικής, με αποτέλεσμα η πηγή ζωής των κοινωνιών που είναι ένα κάποιο πρωτο-νόημα να εκλείπει. Το πρωτο-νόημα αυτό συρρικνώθηκε στο αίτημα της ναρκισσικής αυτοκατάφασης διαμέσου της κατανάλωσης ανθρώπων και αντικειμένων. Η ροπή αυτή μπορεί να διαγνωστεί κοινωνικά με αναφορά σε μια ποικιλία συμπεριφορών που συγκροτεί μια κλίμακα η οποία αρχίζει με τον οικονομικό αριβισμό και τελειώνει στην πολιτική παθητικότητα των μαζών.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν, χωρίς να καταλήγουμε στους ιδεολογικούς παραλογισμούς του υπερανθρώπου και της τέλειας κοινωνίας απόλυτης ελευθερίας, μπορούμε να σχηματίσουμε μια ρεαλιστική εικόνα ελευθερίας και δίκαιης κοινωνίας σε έναν κόσμο περατό και σε μια ανθρωπότητα με βιολογικές, ψυχολογικές και πνευματικές ανάγκες. Yπήρξαν, κατά το παρελθόν, θεσμοί που πραγμάτωναν έστω και ελλειπτικά το ιδεώδες αυτό; Είναι εφικτό σήμερα να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις μιας θέσμισης ικανής να δώσει τέλος σε αυτή τη μεσοβασιλεία∙ ικανής να φέρει τον κάθε πολίτη σε θέση συνδιαμορφωτή της εικόνας της δικαιοσύνης για την κοινωνία του; Προφανώς η λύση είναι βέβαιο πως δεν μπορεί να αναζητηθεί εντός του ιδεολογικού και επιστημολογικού πλαισίου που προκαλεί το αδιέξοδο, υποβιβάζοντας την πολιτική σε μια δευτερεύουσα λειτουργία του κοινωνικού οργανισμού. Η αναζήτηση ενός νέου πλαισίου ανατίμησης της πολιτικής ως πεδίου άμεσης πραγμάτωσης της ελευθερίας και της δημιουργικής ικανότητας του προσώπου κατά τη διαδικασία της θέσμισης της κοινωνίας είναι εφικτή, αρκεί κάτι τέτοιο να αποτελέσει κεντρικό στοιχείο της επιθυμίας των πολλών. Εμείς μπορούμε για την ώρα να ρίξουμε τη σπορά, την οποία προσδοκούμε να θερίσουν οι ανατρεπτικοί άνεμοι του μέλλοντος.

Πρώτη δημοσίευση: Non Neutral, 07/01/2017

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Ρένος Αποστολίδης: Είστε ένας λαός επιθέσεως..Κρίμα που θα χάνετε πάντα τις ειρήνες.

Ρένος Αποστολίδης

- Εἶστε ἕνας λαὸς ἐπιθέσεως.., μοῦπε ἕνας Γερμανὸς μιὰ νύχτα τοῦ '43. ῎Οχι ἕνας λόχος, ἕνα τάγμα, ἕνα ἐπίλεκτο «σῶμα κρούσεως» μονάχα, μὰ ἕνας λαὸς ὁλόκληρος «κρούσεως»! Κρίμα ποὺ θὰ χάνετε πάντα τὶς εἰρῆνες.
- Θὰ τὶς χάνομε;
- Θὰ τὶς χάνετε. Θὰ δίνετε μόνο ἐπιτεύγματα ἐκρηκτικά. Δὲν εἶστε λαὸς σφυροκόπος. [...] Κι ὡστόσο αὐτὸ ποὺ σεῖς ἐκτινάξατε, δωρίζεται ἄφθονα τοῦ κόσμου, γιὰ ἁρμαθοὺς αἰώνων. Μὰ μόνο ἀπὸ σᾶς δὲν εἰσπράττεται - κι αὐτοῦ ζητιάνοι ἐσεῖς κατόπιν, κι αὐτοῦ στερημένοι! Σὰν τὴ μήτρα ἀκριβῶς, ποὺ ἐκτινάσσει τὸ τέκος κι ὀρφανεύει...
***
Σκέφτηκα πολλὲς φορὲς ἀργότερα τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ «ἐχρθοῦ» μὲσα στὴν πιὸ μύχια νύχτα τῆς Εὐρώπης. ῞Ενας ἐχθρὸς ἀποκαλύπτει κάποτε τὰ πιὸ βαθιὰ χαράγματα τοῦ ἐθνικοῦ μας προσώπου.
«Χάνομε τὶς εῖρῆνες, τὶς σταθερές ἀξιοποιήσεις... Ξαφνικὰ χανόμαστε καὶ κανεὶς δὲ μᾶς βρίσκει... κι ὡστόσο αὐτό, ποὺ γιὰ μιὰ στιγμὴ μόνο ἄστραψε ἀπὸ μᾶς, πυρηνώνει ὕστερα κόσμους ξένους, ἱδρύει λαοὺς ἄλλους, πολιτισμούς, στάσεις ἀνθρώπων γιὰ αἰῶνες ἀντίκρυ στὰ πράγματα - πλέει μές στὴν ῾Ιστορία πανίσχυρο!.. Καὶ παραπέμπουν ἔπειτα σ' ἐμᾶς, μὰ ἐμεῖς ἄφαντοι! ᾿Ανάγουν ταπεινὰ σ' ἐμᾶς, κ' ἐμεῖς πιὰ ταπεινότατοι κουρταλοῦμε θύρες - αὐτῶν ποὺ εἶναι σφυροκόποι καὶ κερδίζουν τὶς εἰρῆνες, κουρτουλοῦν ὁι μαχητὲς τὶς θύρες!..»
***
Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ γνώριμο - μητρικό μας Πρόσωπο τῆς ῾Ιστορίας. Τινάζομε δύναμη - καὶ πεθαίνομε, ὅταν οἱ ἄλλοι καρποῦνται τὴν εἰρήνη. Εἶμαστε ὅ,τι ἡ καθαρὴ φύση τοῦ «ἐμβίου»: μαστὸς ποὺ ἀρμέγει τὸν ἥλιο, κι ἄξαφνα τὸν ἐκκενώνει, σπαταλιέται καὶ μένει!.. ῎Εχομε «ζωντάνια»; Μὰ λοιπὸν αὐτό θὰ πῇ (ποὺ ἐναβρυνόμαστε): σοδιάζομε ἥλιο, εὐδία κρουστὴ οὐρανοῦ μέσα στὶς φλέβες, κ' ἐκτινάζομε «θαύματα», διαρκῶς «καταπλήξεις», ποιότητες ἄπεφθες, διάπυρες, μοναδικές, κ' εὐθὺς μετὰ ράκη, καὶ γιὰ πολὺ κατόπιν τίποτε δὲ μᾶς ανασηκώνει - οἱ δωρητὲς ἐμεῖς, ἐνδεεῖς οἱ σὰ θεοὶ πάμπλουτοι, πάμφτωχοι· οἱ σπάταλοι σὰ Φύση πεντακάθαρη, καταξωδεμένοι!
Νὰ μὴν εἶμαστε πάντα λαὸς κρούσεως.
Νὰ γευόμαστε κ' ἐμεῖς τὴν ἐπίγνωση.
Νὰ ὑπάρχῃ γόνιμη ἀνάπαυλα. ῎Οχι κι αὐτὴ διαρκῶς κατασπαταλητική μας.
῎Ετσι, ποὺ νὰ βγοῦν γενεές, μὲ τὸν αἰώνιο μὲν χαρακτῆρα τοὺ ἀνέμελου καὶ τοῦ μαχητή, μὰ ποὺ θάχουν πίσω κ' ἕνα σπίτι νοικοκυρεμένο, στερεὸ στὶς θύελλες - στὸ «μετά» ποὺ ἔρχεται, τῆς βαριᾶς ἀνημπόριας ὡς τὴ νέα μάχη.
῾Η ἐκτίναξη νάναι πάντα ἐπὶ βάθρο στέρεο!
Στιγμὴ - ναὶ μὰ καὶ ἄμυνα τῆς Διάρκειας.

//  "Τὸ Πρόσωπο τῆς ῾Ιστορίας", Κριτικὴ τοῦ Μεταπολέμου, 1962.

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Φραντς Κάφκα: Βασιλιάδες ή Αγγελιοφόροι;

Τους είπαν να διαλέξουν αν θέλουν να γίνουν βασιλιάδες ή αγγελιοφόροι βασιλιάδων. Όπως τα παιδιά, θέλησαν όλοι να γίνουν αγγελιοφόροι. Γι΄ αυτό υπάρχουν μονάχα αγγελιοφόροι, που τρέχουν ολόγυρα στον κόσμο και, μιας που δεν υπάρχουν διόλου βασιλιάδες, φωνάζουν ο ένας στον άλλο τα ακατανόητα μηνύματά τους. Ευχαρίστως θα έδιναν ένα τέλος στην ελεεινή ζωή τους, αλλά δεν τολμούν να παραβούν τον όρκο της υποταγής τους.


Αφορισμοί, Εκδόσεις ΕΡΑΤΩ

Φρειδερίκος Νίτσε: Έγιναν άθεοι

Έγιναν άθεοι. Αλλά παραιτήθηκαν τάχα έτσι από το ιδανικό; Οι στερνοί μεταφυσικοί το ίδιο ζητούν πάντα στο ιδανικό αυτό, την αληθινή «πραγματικότητα» το «πράγμα καθ΄εαυτό», που αναφορικά προς αυτό όλα τ΄ άλλα είναι μόνο φαινομενικότητα.