Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωτήρης Αμάραντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωτήρης Αμάραντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Μαΐου 2019

Σωτήρης Αμάραντος: Τα τσιτάτα του καλού εκλογέα και η αντίκρουσή τους



Σωτήρης Αμάραντος



Το φαινόμενο της ομογνωμίας δεν ξενίζει στο εσωτερικό ενός κομματικού μηχανισμού, με συγκεκριμένη ιεραρχική δομή, αξιώσεις κυριαρχίας και αυστηρό έλεγχο της έκφρασης. Προκαλεί όμως τον προβληματισμό, όταν η ομογνωμία αυτή προσδιορίζει το σύνολο των απαντήσεων εκείνων που ασκούν, με περίσσια υπερηφάνεια, το εκλογικό τους δικαίωμα έναντι της πρόκλησης ή του σκανδάλου που συνεπάγεται για το σύστημα η εκλογική αποχή. Υπερβαίνοντας στο σημείο αυτό όλες τις ιδεολογικές διαιρέσεις της κομματικής ταυτότητας, η ετοιμότητα των απαντήσεων και η ομοιότητα του περιεχομένου τους, μας προϊδεάζει πρώτον, για την κοινή στάση όλων των κομματικών φορέων υπέρ της νομιμοποίησης της ολιγαρχίας, δια μέσου των εκλογών και δεύτερον, για την αποτελεσματικότητα των ιδεολογικών μηχανισμών, οι οποίοι πέτυχαν να καταστήσουν διακινητές του ιδεολογήματος της κυριαρχίας τα ίδια τα θύματά της.

Ας συνοψίσουμε τα δημοφιλή τσιτάτα του ιδεολογήματος αυτού, καθώς και την απόπειρα ανασκευής τους.

1)Υποστηρίζεται πως οι εκλογές συνιστούν τη γιορτή της Δημοκρατίας.  

Οι εκλογές αντίθετα συνιστούν την αποθέωση της ολιγαρχικής πολιτείας, διότι μέσω αυτών, ο πολίτης δηλώνει ότι επικροτεί την επιταγή του πολιτεύματος για την ανάθεση της πλήρους αρμοδιότητας για τον καθορισμό της συλλογικής ζωής, στις ολιγαρχικές κομματικές οργανώσεις. 

2)Προβάλλεται το επιχείρημα πως, η αποχή συνιστά μια απολιτική επιλογή, η οποία δίνει τη δυνατότητα σε όσους ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα να αποφασίζουν για τις τύχες αυτών που απέχουν.

Κάτι τέτοιο θα ήταν ορθό μόνο στην  περίπτωση που η ψήφος στις εκλογές είχε ένα συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο, περιλαμβάνοντας δικλίδες ασφαλείας υπέρ του ψηφοφόρου, ώστε να ασκεί διαρκή έλεγχο προς τους πολιτικούς άρχοντες και δεν ήταν απλώς μια εν λευκώ εντολή άσκησης ηγεμονίας προς τον εκάστοτε εξουσιαστή. Από άποψη συμβολής στην άσκηση πολιτικής τόσο ο ασκών το εκλογικό δικαίωμα όσο και ο απέχοντας στερούνται τη δυνατότητα μετοχής στη λήψη των αποφάσεων, με τη διαφορά ότι ο τελευταίος, αρνούμενος την παρουσία τους στις εκλογές, αρνείται επίσης στο σύστημα να τον χρησιμοποιήσει ως μονάδα αθροιστικής νομιμοποίησης.

3)Προκρίνεται ως λύση στο πολιτικό αδιέξοδο η ανανέωση κομμάτων και προσώπων στην εξουσία.

Το συγκεκριμένο επιχείρημα επενδύει στη θυμική αντίδραση των ψηφοφόρων, παρουσιάζοντας μια απλοποιημένη και επιφανειακή εκδοχή της πολιτικής. Η ευθύνη για τις αρνητικές καταστάσεις χρεώνονται αποκλειστικά στα πρόσωπα και στα κόμματα που άσκησαν εξουσία, με σκοπό ο πολίτης να λειτουργήσει εκδικητικά και να θεωρήσει πως, τοποθετώντας άλλα πρόσωπα και άλλα κομματικά μορφώματα στην ίδια δομή εξουσίας, τα αποτελέσματα της πολιτικής θα αλλάξουν προς το καλύτερο. Αποκρύπτεται με τον τρόπο αυτό, η θεσμική βάση της αποτυχίας της πολιτείας συνολικά.

4)Θεωρείται πως προτιμότερη από την αποχή είναι η ψήφος στα μικρά και νέα κόμματα.

Το συγκεκριμένο ιδεολόγημα αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου. Η έννοια του «νέου» συνιστά φετίχ στον χώρο της πολιτικής επικοινωνίας και σωτηριολογίας. Το «νέο» παρουσιάζεται ως αποσυνδεδεμένο από το «παλιό» που υπερφορτώνεται με αρνητικές ιδιότητες, έτσι ώστε το «νέο» ως το διαλεκτικό του αντίθετο να μονοπωλεί το καλό, ανεξάρτητα από το εκάστοτε περιεχόμενό του ή το πλαίσιο στο οποίο καλείται να λειτουργήσει.  Από την άλλη, η αναφορά στην έννοια του μικρού κόμματος φιλοδοξεί να αξιοποιήσει αφενός την απαξιωμένη εικόνα των κομμάτων εξουσίας και αφετέρου τη συμπάθεια και αλληλεγγύη του εκλογέα προς οτιδήποτε μοιάζει, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, αδύναμο. Κάτι τέτοιο ικανοποιεί την επιθυμία ταύτισης του αδύναμου εκλογέα με το αδύναμο κόμμα, που και τα δυο βάλλονται, υποτίθεται αμοιβαία, από τα ισχυρά εξουσιαστικά συμφέροντα. Τέτοιου είδους αντιλήψεις αποκρύπτουν βέβαια πως οι διαφορές των νέων και μικρών κομμάτων από τα παλαιά και ισχυρά δεν συνιστούν διαφορές φύσης, αλλά βαθμού δύναμης. Γι΄αυτό και όταν αποκτήσουν εκλογική δύναμη ισχυρή, αποδεικνύουν το ομοούσιό τους με το πολιτικό κατεστημένο. 

5)Προκρίνεται η σύλληψη της ψήφου με τιμωρητικό περιεχόμενο.

Από άποψη αποτελεσματικότητας, η επιχειρούμενη ενίσχυση και στη συνέχεια εκμετάλλευση των εκδικητικών ροπών μιας κοινωνίας που βιώνει συνθήκες καταδυνάστευσης, συνιστά μια ιδιοφυή στρατηγική. Το ερώτημα είναι, αν όντως η ψήφος συνιστά μια πράξη τιμωρίας απέναντι σε ένα καθεστώς που έχει θεσπίσει το ευ κακουργείν και την ασυλία του από το δίκαιο. Ο όρος τιμωρία συνεπάγεται τη στέρηση ενός αγαθού ή ενός δικαιώματος που ανήκουν στη σφαίρα αποκλειστικής διαχείρισης και απόλαυσης ενός προσώπου. Ας αναρωτηθούμε ποιο αγαθό ή ποιο δικαίωμα στερείται ένας πολιτικός με το να μην εκλεγεί; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο πολιτικός δεν κατέχει δικαιωματικά την εξουσία. Το μόνο δικαίωμα που κατέχει και το οποίο θα μπορούσε να στερηθεί είναι αυτό της υποψηφιότητας και όχι της εκλογής. Άρα η ψήφος στις εκλογές δεν απονέμει δικαιοσύνη ούτε τιμωρεί.

6)Παρουσιάζεται η αποχή ως η μήτρα της κοινωνικής αταξίας και του πολιτικού αδιεξόδου.

Τη θέση αυτή υποβαστάζει η ιδέα πως το σημερινό πολίτευμα είναι προϊόν μιας φυσικής εξέλιξης, η οποία πραγματώνει την πιο ολοκληρωμένη και ελεύθερη έκφραση της συλλογικής ζωής. Κάθε τι που θέτει εν αμφιβόλω αυτή την ανώτερη μορφή πολιτικής οργάνωσης, αυτομάτως αποτελεί οπισθοδρόμηση προς την τυραννία και τη ζωώδη φύση του ανθρώπου. Εάν κριτήριο των όποιων πολιτικών μας θέσεων είναι ο βαθμός πραγμάτωσης της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας, τότε όχι μόνο θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τα τρομακτικά ελλείμματα του σημερινού πολιτεύματος, αλλά και να το τοποθετήσουμε ως κατώτερο άλλων πολιτευμάτων, όπως η αντιπροσώπευση και η δημοκρατία.  Με άλλα λόγια, η αποχή θα μπορούσε να είναι πρώτον, αρχή ζυμώσεων για την αμφισβήτηση του ολιγαρχικού πολιτεύματος και δεύτερον, αφετηρία συνειδητοποίησης της κοινωνικής δυναμικής που μπορεί να αναδυθεί από τη συνέργεια ελεύθερων προσωπικοτήτων, έτσι ώστε να εκπονηθεί ένα σχέδιο δράσης για τη συντεταγμένη μεταβολή της πολιτείας.

Η βασική λειτουργία όλων αυτών των τσιτάτων που προσπαθήσαμε να αποδημήσουμε επιτελεί διπλό ρόλο: Πρώτον, αμνηστεύει την ίδια τη θεσμική άρθρωση της πολιτείας από τα πολιτικά αποτελέσματα, μεταθέτοντας τις ευθύνες  στους αναλώσιμους διαχειριστές της εξουσίας και στη συνέχεια στους πολίτες που υποτίθεται πως τους επιλέγουν. Δεύτερον, στρέφει τους αγανακτισμένους, απογοητευμένους και απελπισμένους ψηφοφόρους σε λύσεις, ανώδυνες και εντός του κυρίαρχου πολιτικού σκηνικού, πολλαπλασιάζοντας τα αδιέξοδά τους.

Η συνειδητοποίηση αυτών των παραμέτρων, μέσω της αποκάλυψης των νοηματικών παγίδων, που η άρχουσα τάξη έχει υφάνει με τη βοήθεια πλήθους προπαγανδιστικών μηχανισμών, είναι το μόνο σημείο διαφάνειας, από το οποίο μπορούμε να διανοίξουμε το δύσβατο πέρασμα προς την κατάκτηση και απόλαυση της ελευθερίας.


Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

Σωτήρης Αμάραντος: Η τριγωνική σχέση λαός – εθνικό συμφέρον – κυβερνητική πολιτική





                                                             Σωτήρης Αμάραντος



Ο σχεδιασμός της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής οφείλει να εδράζεται σε μια διαυγή αντίληψη για τα συμφέροντα της συλλογικής οντότητας (έθνος και λαός) προς όφελος της οποίας ασκείται. Επίσης, να βρίσκεται σε συνάρτηση με την επιθυμητή κατάστασή της στο μέλλον. Όργανο για την άσκησή της είναι το σύνολο των κρατικών μηχανισμών.
Στο σημείο αυτό ανακύπτουν δυο θεμελιώδη ερωτήματα. Πρώτον: Ποια είναι αυτή η οντότητα; Δεύτερον: Ποιος είναι ο αυθεντικός εκφραστής των συμφερόντων της; Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά προσδιορίζουν, τόσο συνειδητά όσο και ανεπίγνωστα, το είδος και την ποιότητα της ασκούμενης πολιτικής. Επίσης, η αλληλεξάρτηση των δυο αυτών ερωτημάτων είναι παραπάνω από προφανής, καθώς η απάντηση στο πρόβλημα του ποιος δικαιούται να εκφράζει μια συλλογική οντότητα, συνεπάγεται σε σημαντικό βαθμό την ικανότητά του να επιβάλλει νέους ή να τροποποιήσει μερικώς τους υφιστάμενους ορισμούς και τις ιδιότητες που αποδίδονται στην οντότητα αυτή.
Για παράδειγμα η διακήρυξη από τον Λουδοβίκου ΙΔ της απόλυτης ταύτισης της ατομικότητάς του με το κράτος, δεν σήμαινε απλώς την αξίωσή του να ιδιοποιηθεί τους κρατικούς μηχανισμούς, αλλά την ίδια τη γαλλική κοινωνία. Με αυτή του τη δήλωση, επιχειρούσε ταυτόχρονα να ορίσει την ουσία του γαλλικού έθνους, επί τη βάσει των προσωπικών του επιδιώξεων.
Εάν σε απολυταρχικού τύπου πολιτεύματα, ο μονάρχης είναι σε θέση να καθορίσει, δια των εξουσιαστικών και ιδεολογικών μηχανισμών, την ταυτότητα μιας εθνικής συλλογικότητας, στο καθεστώς της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας τη θέση του καταλαμβάνει μια άρχουσα ομάδα. Προφανώς, ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του πολιτεύματος (αναγνωρίζει την ατομική ελευθερία, αλλά όχι την οικονομική και πολιτική) υποχρεώνει την άρχουσα ομάδα να χρησιμοποιεί το ιδεολογικό στοιχείο περισσότερο από το κατασταλτικό. Για τον λόγο αυτό, αναγκάζεται για τις όποιες αποφάσεις της να επικαλείται τη λαϊκή κυριαρχία, ακόμη και όταν αυτές την αντιστρατεύονται.

Σε οριακές καταστάσεις

Σε οριακές, βέβαια, καταστάσεις, όταν δηλαδή φανερώνεται η πλήρης διάσταση της βούλησης, μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων, η αναφορά στον δήθεν κυρίαρχο λαό αποκτά αρνητικό πρόσημο. Όταν, δηλαδή, ο λαός εναντιώνεται προς τις αποφάσεις της εξουσίας, χρεώνεται ένα σύνολο αρνητικών χαρακτηριστικών (όχλος, εθνικιστικός, ρατσιστικός κλπ) που στοχεύουν να πείσουν πρώτα και κύρια τον ίδιο ότι είναι ακατάλληλος να έχει λόγο στα πολιτικά πράγματα. Εκτός όμως από τα έκτακτα ιδεολογικά μέτρα σε στιγμές έντασης, η κυρίαρχη ομάδα φροντίζει συστηματικά να αποδομήσει την υποκείμενη στην εξουσία της συλλογικότητα, δηλαδή να τη μετατρέψει σε ένα άνευρο συνονθύλευμα ατομικών επιδιώξεων.
Ακριβώς γι΄ αυτούς τους λόγους, μια κοινωνία πριν εισέλθει στη φάση αποδοχής του ποιος θα πρέπει να είναι ο πραγματικός εκφραστής της οντότητας, προς όφελος της οποίας αρθρώνεται και ασκείται η πολιτική, θα πρέπει να προσδιορίσει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της οντότητας αυτής. Πρόκειται για οντότητα που προσδιορίζεται με πρόσημο το έθνος, τη θρησκεία, την τάξη κλπ; Στην περίπτωση των εθνικά συγκροτημένων κρατών δεν μπορούμε να έχουμε αμφιβολία για την απάντηση.
Γενικά, η έννοια τους έθνους προϋποθέτει μια κίνηση σε δυο άξονες, αυτόν της συγχρονίας και αυτόν της διαχρονίας. Προϋποθέτει, δηλαδή, μια κληρονομιά και ένα συλλογικό υποκείμενο ως κληρονόμο. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι ακόμη και το συλλογικό υποκείμενο που αποτελεί τον κληρονόμο, δεν δικαιούται να διαχειριστεί την κληρονομιά με αυθαίρετο και αποκλειστικά συγχρονικό τρόπο. Ο λόγος είναι ότι χρεώνεται το βάρος της διαχρονίας, δηλαδή το οντολογικό βάθος του πνευματικού και υλικού πλούτου των προηγούμενων γενεών και την ιστορική ευθύνη έναντι των επόμενων γενεών.
Η ιδιαιτερότητα του ελληνικού έθνους έγκειται στην οικουμενική του διάσταση και στη θεμελίωσή του με επίκεντρο την ελευθερία και όχημα τη δημοκρατία, δηλαδή την άρση της διάκρισης μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων. Η συλλογιστική αυτή δίνει και την απάντηση στο ερώτημα για το ποιος είναι ο αυθεντικός εκφραστής της εθνικής οντότητας και άρα ο υπεύθυνος για τη χάραξη της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Αναμφισβήτητα, η κληρονομιά του Ελληνισμού παρέχει και το σύνολο των θεσμικών μέσων για την αυθεντική έκφραση του έθνους μέσω της κοινωνίας, με μόνους περιορισμούς, όλες εκείνες τις ηθικές δεσμεύσεις που εκπορεύονται από τον διαχρονικό ελληνικό τρόπο του βίου.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Σ. Αμάραντος: Δραπετεύοντας από την παρακμή.

Οι φιλόσοφοι και οι ποιητές μας είχαν προειδοποιήσει από καιρό: 
 Σωτήρης Αμάραντος


 Οι φιλόσοφοι και οι ποιητές μας είχαν προειδοποιήσει από καιρό: Μια κοινωνία εισέρχεται σε φάση κρίσης, όταν καταρρέει η ικανότητά της να θέτει ή να αναγνωρίζει σκοπούς που να εναρμονίζουν τις ατομικές βλέψεις με τις συλλογικές ανάγκες. Όταν καταρρέουν οι αντικειμενικοί δείκτες αποτίμησης και ιεράρχησης των ανθρώπινων έργων και λόγων, ακολουθεί μια κάποια αποδιοργάνωση της κοινωνικής, πολιτικής και ψυχολογικής τάξης. Η αποδιοργάνωση αυτή δεν αποτελεί απαραίτητα αρνητική εξέλιξη, καθώς της δίδεται η ευκαιρία, μέσα από ένα είδος ερωτοτροπίας με το μηδέν, να αναπτύξει εκείνες τις δυνάμεις που θα της επιτρέψουν να αναγεννηθεί.
Εάν αντίθετα αποτύχει, η κρίση μεταστοιχειώνεται σε παρακμή. Η κατάσταση της παρακμής δεν συνιστά εξέλιξη της κρίσης, αλλά ποιοτικό άλμα, κατά το οποίο μια κοινωνία στερείται των αναγκαίων μέσων, ώστε να επιλύσει τα βασικά υπαρξιακά της ζητούμενα. Με απλά λόγια, δεν μπορεί να απαντήσει στο γιατί η ζωή έχει περισσότερο νόημα από τον θάνατο. Στον αντίποδα όλων αυτών των απαισιόδοξων προειδοποιήσεων και σε πείσμα των φιλοσόφων και των ποιητών, ο «πολιτισμός» του θεάματος έρχεται να προσφέρει τον εφησυχασμό της ματαιοδοξίας: σημασία δεν έχει τι κάνεις, αλλά πόσο στιλ βάζεις σε αυτό που κάνεις.
Ο «πολιτισμός» του θεάματος συμβαδίζει με το αξίωμα της άπειρης δυνατότητας: όλοι είναι εξίσου ικανοί για όλα. Αν από το αξίωμα της ματαιοδοξίας προκύπτει ο αμοραλισμός, από την αρχή της άπειρης δυνατότητας ο ισοπεδωτισμός. Τα δυο αυτά στοιχεία είναι απαραίτητα, ώστε να είναι σε θέση μια ατομική ύπαρξη να μετατραπεί σε προϊόν της βιομηχανίας του θεάματος. Η ικανότητα προσαρμογής από την πλευρά των ατόμων σε μια τέτοια διαδικασία παρουσιάζεται κοινωνικά με τη μορφή της επιτυχίας.

Ο σκοπός εκλείπει

Αν κάποτε ο όρος επιτυχία ήταν συνυφασμένος με την αξιολόγηση της ποιότητας της προσφοράς έργου σε έναν κάποιο τομέα, στις μέρες μας συνδέεται με την προθυμία έκθεσης του εαυτού, στα διάφορα μέσα προβολής. Τα χρήματα και η κοινωνική αναγνώριση αποτελούσαν σε παλιότερες κοινωνίες, κάποιες από τις συνέπειες της επιτυχίας. Πλέον συνιστούν την ίδια την επιτυχία. Όταν οι συνέπειες ενός σκοπού μετατρέπονται στον ίδιο τον σκοπό, έχουμε βάσιμους λόγους να ισχυριστούμε πως ο σκοπός εκλείπει.
Η έκλειψη του σκοπού και η αδυναμία αναγνώρισης αυτής της απώλειας επισφραγίζει, όπως είδαμε πιο πριν, ότι οι σύγχρονες κοινωνίες τελούν όχι απλά σε κατάσταση κρίσεως, αλλά παρακμής. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι οδεύουν με λαμπερό χαμόγελο προς τον μηδενισμό της ύπαρξής τους. Σημαίνει πως, όχι μόνο στερούνται των μέσων να αποφύγουν μια τέτοια πορεία, αλλά και ότι βρίσκουν σε αυτήν ένα νέο είδωλο για να λατρέψουν.
Όλη αυτή η εφιαλτική προοπτική διαγνώστηκε με τον πλέον γλαφυρό τρόπο, σε ένα από τα κείμενα του Ρένου Αποστολίδη. Πρόκειται για μια σύντομη αλληγορική ιστορία που έχει τον τίτλο: «Ο δραπέτης του αετώματος». Ξαφνικά, μεταφερόμαστε σε μια πόλη, η οποία δείχνει να βυθίζεται καθημερινά όλο και περισσότερο στον βούρκο της αθλιότητας και της χυδαιότητας. Παρ’ όλα αυτά, τα βλέμματα όλων είναι προσηλωμένα, πέρα από την πραγματικότητα αυτή, σε ένα περίλαμπρο αέτωμα, το οποίο κοσμούν υπέροχες μορφές και παραστάσεις. Όλα μοιάζουν τέλεια σε αυτό. Τίποτε δεν φαίνεται να χαλάει την εξωτερική του αρμονία.

Αλήθεια και φαινομενικότητα

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως το αέτωμα γίνεται το σύμβολο κάθε μορφής επίπλαστης ωραιοποίησης της ζωής, αποπροσανατολισμού της σκέψης και καταστολής της κριτικής δύναμης. Μέσα σε αυτόν τον διχασμό αλήθειας και φαινομενικότητας, δείχνει να αναλίσκεται η ζωή σε αυτή την πόλη. Ώσπου μια μορφή από αυτές που κοσμούν το αέτωμα, αποφασίζει κάποια νύχτα να θραύσει την επίπλαστη αρμονία του αετώματος και να δραπετεύσει. Η δραπέτευση αυτή προκαλεί το πρώτο ρήγμα στο αέτωμα, ένα ρήγμα που αντανακλάται στο βλέμμα αυτών που το κοιτούσαν αποχαυνωμένοι.
Ο κίνδυνος κατάρρευσης για το σύστημα που αντιπροσωπεύει το αέτωμα είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτός. Γι΄ αυτό και επιδίδεται με όλες του τις δυνάμεις, στο να κατασκευάσει πριν την αυγή, στην κενή πλέον θέση, ένα ομοίωμα του δραπέτη. Ένα ομοίωμα που θα σβήνει τα ίχνη αυτής της παραφωνίας. Με αυτόν περίπου τον τρόπο κλείνει η αφήγηση.
Στο ερώτημα εάν ο συγγραφέας εκφράζει μια απαισιόδοξη στάση, θα πρέπει να απαντήσουμε αρνητικά. Η λογοτεχνία, σε αντίθεση με τον επιστημονικό ή τον πεζό λόγο της καθημερινότητας είναι σε θέση να μιλήσει αλληγορικά. Ακόμη και οι σιωπές της συνιστούν ένα πλούσιο υλικό νοημάτων που οφείλουμε να αποκωδικοποιήσουμε. Το κείμενο αυτό μας καλεί να γίνουμε συνεργοί στο «έγκλημα» της δραπέτευσης, στη θραύση των θαυμαστών μορφών που ωραιοποιούν την ασχήμια και την παρακμή του κόσμου μας και του ίδιου μας του ματαιόδοξου εαυτού. Ο δραπέτης του αετώματος μάς δείχνει τον δρόμο.


Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

Σ. Αμάραντος: Η στρατηγική σύγκλιση Αριστεράς και Δεξιάς





                                                       
                                                           
  
                                                           Σωτήρης Αμάραντος 
Τις τελευταίες δεκαετίες, παρατηρούμε μια όλο και μεγαλύτερη σύγκλιση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, σε βαθμό, μάλιστα, που θα μπορούσαμε να μιλήσουμε ακόμη και για στρατηγική συμμαχία. Τους άξονες αυτής της σύγκλισης, η οποία προϋποθέτει αμοιβαίες μετατοπίσεις, θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε, καθώς και τις κοινωνικές και πολιτικές τους συνέπειες.
Όσον αφορά την Αριστερά, η μετατόπιση εντοπίζεται στη σταδιακή εξασθένηση, έως και εξάλειψη από τον ιδεολογικό της λόγο, του αιτήματος του λεγόμενου σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Αυτός σχετίζεται με την άρση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης από την καπιταλιστική, μέσω της επαναστατικής (ή έστω της μεταρρυθμιστικής) διαδικασίας, η οποία θα επέτρεπε την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και την κατάλυση της ταξικής κοινωνίας.
Η κλασική Αριστερά του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα εντόπιζε στον χώρο της οικονομίας, την ιστορική πραγμάτωση της διαλεκτικής κίνησης της ύλης (μεταφυσική του υλισμού). Λαμβάνοντας ως αιτία κάθε κοινωνικής, πολιτικής, ιδεολογικής και διαπροσωπικής σχέσης, τη διάταξη των δυνάμεων στον χώρο της οικονομίας (οικονομική βάση), όλοι οι υπόλοιποι θεσμοί μιας κοινωνίας, καθώς και όσα συμβαίνουν εντός τους, θεωρήθηκαν ως επιφαινόμενα.
Με απλά λόγια, από τη στιγμή που στην καπιταλιστική κοινωνία η ταξική ανισότητα έχει ως σημείο εκκίνησης την οικονομία, μοιραία, αυτή αναπαράγεται σε όλους τους άλλους τομείς της κοινωνίας. Ανάμεσα στα επιφαινόμενα, κεντρικές θέσεις για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων θεωρήθηκε ότι είχαν το κράτος, η θρησκεία και η οικογένεια. Κάτω από αυτή την προοπτική η κλασική Αριστερά, πέραν της οικονομίας, άσκησε δριμύτατη κριτική και στα τρία αυτά κεντρικά επιφαινόμενα.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως από τη δεκαετία του ’60 και ύστερα, ο καπιταλισμός επέτρεψε -ως ένα βαθμό- τη μερική μείωση των οικονομικών ανισοτήτων. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την πολιτική και οικονομική κατάρρευση της ΕΣΣΔ, συνέπεσε με προβλήματα που προέκυψαν στον χώρο της Αριστεράς. Τα προβλήματα αυτά έθεσαν σε δεύτερη μοίρα την επαναστατική προοπτική της μετάβασης στον σοσιαλισμό. Προέταξαν αιτήματα που σχετίζονται περισσότερο με ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, όπως η αυτοπραγμάτωση, η κατανάλωση, η σεξουαλική απελευθέρωση κλπ.
Από τη στιγμή που ο οικονομικός μετασχηματισμός παύει να αποτελεί κεντρικό πρόταγμα και στη θέση του τοποθετούνται τα αιτήματα ιδιωτικής απόλαυσης, αυτό που μένει από την ιδεολογική κληρονομία της κλασικής Αριστεράς είναι η κριτική στα μορφώματα του έθνους, της θρησκείας και της οικογένειας. Αυτά, με τα αξιακά πρότυπα που «διδάσκουν» και τα καθήκοντα που επιβάλλουν, δείχνουν να στέκονται εμπόδιο.

Σύγκλιση Αριστεράς-Δεξιάς

Σε σχέση με την κλασική Δεξιά τώρα, τα πράγματα θα λέγαμε πως είχαν μια άλλη πορεία, η οποία όμως καταλήγει στον ίδιο τερματισμό. Ποτέ για την καπιταλιστική τάξη έως τα σχετικά πρόσφατα χρόνια, η οικονομική δραστηριότητα δεν αποτέλεσε αυτοσκοπό. Δηλαδή, ποτέ δεν είχε ξεγυμνώσει τον εαυτό της από αξιακές ορίζουσες που δικαιολογούσαν με κάποιο τρόπο την οικονομική δραστηριότητα. Έτσι, κατά τη διάρκεια του βιομηχανικού καπιταλισμού, που η οικονομική δραστηριότητα είχε ως πυρήνα της το έθνος-κράτος, ακόμη και υπό την ιμπεριαλιστική του εκδοχή, η παράμετρος της παραγωγής βρέθηκε στο επίκεντρο όλων των προσπαθειών, καθώς οι ανάγκες του συστήματος αφορούσαν την συσσώρευση κεφαλαίου.
Η καπιταλιστική τάξη στήριξε την έννοια του έθνους, της θρησκείας και της οικογένειας, οι οποίες προμήθευαν τις μάζες με το κατάλληλο αξιακό υλικό για μια ζωή προσανατολισμένη στο μοντέλο της παραγωγής που είχε επικρατήσει. Η μεταπολεμική, όμως, αναδιάταξη των οικονομικών σχέσεων σχετίζεται με την έξοδο του πιο δυναμικού και συνάμα τυχοδιωκτικού μέρους της σύγχρονης οικονομίας από τον εθνοκρατικό κορμό. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με τη στροφή του οικονομικού μοντέλου προς την κατανάλωση, μετέβαλαν τους ιδεολογικούς στόχους της Δεξιάς. Τώρα πλέον αντιλαμβάνεται το έθνος, τη θρησκεία και την οικογένεια, ως βασικά εμπόδια για την επιτυχία της.
Αίφνης, παρατηρούμε πως η νέα Αριστερά και η νέα Δεξιά συγκλίνουν πλήρως, τόσο ως προς τον προσδιορισμό των ιδεολογικών τους αντιπάλων όσο και ως προς τα πολιτικά τους ζητούμενα που είναι η οικονομική ανάπτυξη και η ατομική κατανάλωση. Προνομιακό πεδίο της συντεταγμένης πολεμικής εναντίον των αντιπάλων τους είναι η θετικά φορτισμένη περιοχή των δικαιωμάτων ειδικών κατηγοριών μειονοτήτων. Πρόκειται για μια περιοχή που δεν ταυτίζεται με τον χώρο των κοινωνικά αποκλεισμένων, την οποία επέβαλε η δομή και λειτουργία του κλασικού αστικού κράτους.

Ο εγωιστής άνθρωπος

Στο σημείο αυτό κρίνονται αναγκαίες ορισμένες διευκρινίσεις. Το κλασικό αστικό κράτος, όπως είδαμε, βασιζόταν στο κοινωνικό μοντέλο της παραγωγής. Στόχευε διαμέσου των ορθολογικών του διαδικασιών, του οργανωμένου καταμερισμού της εργασίας και του λεπτομερούς διαχωρισμού του εργασιακού και του ελεύθερου χρόνου, στον έλεγχο του νου των ανθρώπινων υποκειμένων.
Ο υψηλός βαθμός ελέγχου και ρουτίνας, που προέκυπτε από τον τρόπο διευθέτησης της εργασίας και του ελεύθερου χρόνου, έβρισκε ένα ισχυρό αντιστάθμισμα στο γεγονός ότι ήταν σε θέση να εξασφαλίζει ένα υψηλό επίπεδο υπαρξιακής ασφάλειας, καθώς συνέδεε την ατομική βιογραφία με έναν ισχυρό συλλογικό σκοπό. Μέσα από αυτόν, το υποκείμενο μπορούσε να καταγράφει και να αποτιμά την προσωπική του εξέλιξη.
Κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος σε αυτήν την κοινωνία είναι ο εγωιστής άνθρωπος. Ένα ον, το οποίο έχοντας συγκεκριμένες αφετηρίες και σκοπούς, επιδιώκει να εντάξει στη σφαίρα ισχύος του συγκεκριμένα στοιχεία του αντικειμενικού κόσμου. Σε έναν κόσμο που κυριαρχεί το εγωιστικό πρότυπο είναι λογικό, εκτός από τις επιτυχημένες βιογραφίες, να συναντούμε εξίσου και αποτυχημένες. Οι αποτυχημένες, λοιπόν, βιογραφίες, συνιστούν τις ομάδες του περιθωρίου του κλασικού αστικού κράτους. Αυτές αποκτούν νέα σημασία στην επόμενη φάση, στη φάση της διεθνοποίησης των αγορών.
Στην εποχή του κλασικού αστικού κράτους, οι ομάδες του περιθωρίου είχαν μια συγκεκριμένη θέση στο οικονομικό σύστημα και ταυτόχρονα μια πολιτική εκπροσώπηση, από την παραδοσιακή Αριστερά. Στην παρούσα φάση, χαρακτηρίζονται από την κοινωνική απροσδιοριστία της θέσης τους στην κυρίαρχη δομή και από την έλλειψη πολιτικής εκπροσώπησης. Σχετικά παραδείγματα μπορούμε να αντλήσουμε από τις σχέσεις που οικοδομούνται διεθνώς από τις ΜΚΟ (Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις) προς τις νέες ομάδες του περιθωρίου. Οι ΜΚΟ τις συντηρούν στα όρια της επιβίωσης, χωρίς να θέτουν το ζήτημα της πλήρους οικονομικής και κοινωνικής τους αποκατάστασης.

Ο νάρκισσος

Η μετάλλαξη του πλαισίου στις δυτικές κοινωνίες και η μετατόπιση από το μοντέλο της παραγωγής στο μοντέλο της κατανάλωσης, μετέβαλε και το πρότυπο του ελέγχου των μαζών. Από τα ορθολογικά μέσα, που στόχευαν κυρίως στην πειθαρχία του νου, περάσαμε στην απόπειρα ελέγχου της προσωπικότητας μέσω της απόλαυσης, δηλαδή μέσω του επηρεασμού των επιθυμιών. Στην κοινωνία αυτή, ο βασικός ανθρωπολογικός τύπος είναι ο νάρκισσος. Αυτός, σε αντίθεση με τον εγωιστή που γνώριζε τα προσωπικά του όρια και επεδίωκε να τα διευρύνει, αγνοεί τα σύνορα μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού, θεωρώντας αυτονόητα πως καθετί του ανήκει.
Ο νάρκισσος είναι η ιδανικότερη προσωπικότητα για ένα διεθνοποιημένο οικονομικό σύστημα, το οποίο αντιπαθεί κάθε σκοπό που δεν περνά μέσα από τις διαδικασίες της αγοράς. Τα συλλογικά προτάγματα, τα οποία είχαν ως φορείς τους το έθνος, τη θρησκεία και την πυρηνική οικογένεια, στον βαθμό που δεν υπηρετούν το ναρκισσιστικό αίτημα της απόλαυσης και άρα δεν ενισχύουν μονοσήμαντα την επιθυμία για κατανάλωση, συνιστούν το νέο εχθρό του συστήματος.
Η νέα διάταξη των οικονομικών και εξουσιαστικών σχέσεων χρειάζεται, πέραν των πρακτικών αξιών, και ένα ιδεολογικό έρεισμα, μια πηγή νομιμοποίησης των επιλογών της. Το ιδεολογικό έρεισμα βρέθηκε στο ευρύτερο πεδίο των λεγόμενων δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Γενικά, θα μπορούσαμε να ταξινομήσουμε σε τρεις ευρύτερες κατηγορίες τις μειονοτικές ομάδες.
  • Πρώτον, είναι οι ομάδες του οικονομικού περιθωρίου που ήδη περιγράψαμε.
  • Δεύτερον, οι ομάδες εκείνες που συγκροτούν πολιτισμικές μειονότητες.
  • Τρίτον, μια σημαντική μερίδα των ανωτέρων τάξεων, οι οποίες χαρακτηρίζονται από το ανικανοποίητο και την έλλειψη υπαρξιακής πληρότητας, ενώ ταυτόχρονα αναζητούν την απόλαυση σε ό,τι η προηγούμενη εποχή θεωρούσε παρέκκλιση.

Το χρέος της εκπροσώπησης

Ας επιστρέψουμε στην αφετηρία του προβληματισμού μας. Τόσο η νέα Αριστερά όσο και η νέα Δεξιά, από τις τρεις αυτές ευρύτερες κατηγορίες μειονοτήτων, μόνο για τη δεύτερη και την τρίτη νιώθουν το «χρέος» της εκπροσώπησης, κατά τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Το ερώτημα που προκύπτει, βέβαια, είναι αν πίσω από την έντονη πολιτική κινητοποίηση και ευαισθητοποίηση των δυνάμεων αυτών για τις μειονότητες, βρίσκεται μια αυθεντική επιθυμία προάσπισής τους, ή μια απόπειρα ισχυροποίησης των διεθνοποιημένων αγορών. Ισχυροποίησης μέσω της διάλυσης των ευρύτερων συλλογικών ταυτοτήτων και κατακερματισμού των κοινωνιών σε μαχητικές και αλληλοσπαρασσόμενες μειονότητες.
Οι εξελίξεις αυτές ωθούν τις κοινωνικές δυνάμεις, που βιώνουν ως απειλή τα νέα δεδομένα, στην αναζήτηση πολιτικής στέγης πρώτον στις παραδοσιακές ιδεολογίες του πατριωτισμού και δεύτερον σε μορφώματα εθνικιστικού και νεοφασιστικού προσανατολισμού. Η επιστροφή στο ιδεολογικό μοντέλο του κλασικού έθνους-κράτους παρουσιάζεται ως το αντίδοτο στην κυριαρχία των αγορών.
Τέλος, μπορούμε να παρατηρήσουμε έναν σημαντικό αριθμό πολιτών, οι οποίοι δείχνουν να μην καλύπτονται από κανένα αποκρυσταλλωμένο πολιτικό σχήμα. Βρίσκονται σε μια φάση ζυμώσεων, καθώς ακόμη δεν έχουν διαμορφώσει ούτε ξεκάθαρο πρόταγμα ούτε οργανωτική βάση. Το σίγουρο είναι πως βλέπουν με καχυποψία και την κυριαρχία των αγορών και την επιστροφή στο παραδοσιακό αστικό έθνος-κράτος.
Ταυτόχρονα, αντιδρούν προς τα ολιγαρχικά χαρακτηριστικά των παραδοσιακών και σύγχρονων κομμάτων και της Αριστεράς και της Δεξιάς. Στον βαθμό που δεν αφομοιωθούν από την πόλωση που αναμένεται το επόμενο διάστημα να προκαλέσουν οι δυο βασικοί πόλοι, προκύπτουν άκρως ενδιαφέροντα ερωτήματα για την ενδεχόμενη μελλοντική τους παρέμβαση στην ιστορική διαδικασία.


Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2018

Σωτήρης Αμάραντος: Η ιδιοποίηση του κράτους από το κομματικό σύστημα*

                                      Σωτήρης Αμάραντος Βασική προϋπόθεση για την άσκηση πολιτικής φιλελεύθερου ή αριστερού προσανατολισμού είναι η «ύπαρξη» κράτους. Οι κλασικοί στοχαστές και των δυο ηγεμονικών, κατά τη νεωτερικότητα, πολιτικών προσεγγίσεων, ακόμη κι αν έθεταν ως κεντρική επιδίωξή τους τη σταδιακή συρρίκνωση, ή ακόμη και εξάλειψη της κρατικής οντότητας, δεν υποτίμησαν την κρισιμότητα του ρόλου του. Ειδικώς κατά την περίοδο που προετοιμάζεται η πραγμάτωση των κοινωνικών τους ουτοπιών (κοινωνία αρμονίας ιδιωτικών συμφερόντων για τους μεν, κομμουνιστική κοινωνία για τους δε).

Στη χώρα μας, εξαιτίας των ιστορικών της ιδιαιτεροτήτων, οι οποίες αφορούν την εκ των άνω επιβολή της πολιτικής οργάνωσης, αρχικώς της βασιλείας και στη συνέχεια του κοινοβουλευτισμού, οι κομματικοί συνασπισμοί ιδιοποιούνται πλήρως το κράτος. Στο σημείο αυτό βρισκόμαστε μπροστά σε μια θεμελιώδη αντινομία: Η εγχώρια πολιτική ελίτ, δεν μπορεί να εξασφαλίσει το ταξικό της συμφέρον, εάν δεν κινητοποιήσει διαδικασίες που αποδομούν τους κρατικούς θεσμούς, τους οποίους όμως παράλληλα, τους έχει ανάγκη, ώστε να εξασφαλίζει την ηγεμονία της.
Σε αυτό ακριβώς το αρνητικό γεγονός έγκειται, κατά τη γνώμη μας, η ουσιώδης συγγένεια όλων των ελληνικών κομμάτων, τα οποία στον βαθμό που εγείρουν αξιώσεις κυριαρχίας, εντός του υπάρχοντος πολιτικού τοπίου, θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως μια ειδική κοινωνική τάξη. Περισσότερο αναλυτικά, θα λέγαμε πως η εγχώρια πολιτική ελίτ συνιστά μια παρασιτική κοινωνική τάξη, που ασκεί εκμετάλλευση στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.
Οι όποιοι τριγμοί και συγκρούσεις που αναδύονται μεταξύ των κομμάτων δεν προσδιορίζονται από ιδεολογικές αντιθέσεις. Αντίθετα, θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως προσπάθειες ανακατανομής της ισχύος στο εσωτερικό της τάξης αυτής, που δεν αναιρούν όμως τον τελικό σκοπό, ο οποίος αφορά τη διαιώνιση και ενδυνάμωση της κυριαρχίας της επί του συνόλου του κοινωνικού σχηματισμού.

Ο διεθνής παράγοντας

Σε αυτή την επισήμανση θα πρέπει να προστεθεί και ο διεθνής παράγοντας. Από τη στιγμή που η διαχείριση του κράτους από τις πολιτικές ελίτ ουσιαστικά υπονομεύει τους θεσμούς και προωθεί την οικονομική εξαθλίωση της κοινωνίας, ο διεθνής παράγοντας αποκτά κρίσιμο ρόλο για τον τρόπο διεξαγωγής των εγχώριων πολιτικών διευθετήσεων, καθώς αποτελεί τον βασικό χρηματοδότη του ελληνικού δημοσίου.
Όσα ως εδώ έχουν εκτεθεί, μας δίνουν τη δυνατότητα να εντοπίσουμε το φαινόμενο της πλήρους ρήξης μεταξύ των συμφερόντων των κομματικών οργανώσεων και  της πολιτικής βούλησης της κοινωνίας. Η έλλειψη οργανικής σύνδεσης μεταξύ των κομματικών μορφωμάτων και των διαφόρων στρωμάτων που συγκροτούν την ελληνική κοινωνία, αναπληρώνεται από τα φαινόμενα του προπολιτικού ατομοκεντρισμού, των πελατειακών σχέσεων, της διαφθοράς, της αναξιοκρατίας.
Οι κομματικές δυνάμεις, αφού καταδίκασαν την ελληνική κοινωνία σε πλήρη πολιτική περιθωριοποίηση και μετέτρεψαν το δημόσιο πεδίο σε όργανο διασφάλισης των προνομίων τους, εξανάγκασαν τους πολίτες να αναζητήσουν διεξόδους επιβίωσης κάτω από την προστατευτική και ταυτόχρονα τυραννική αγκάλη των δυνάμεων εκείνων που ελέγχουν το κράτος. Η διέξοδος αυτή αφορούσε την κομματική ένταξη, δηλαδή την εξαναγκαστική αποδοχή από τον πολίτη των όρων καταδυνάστευσης του δημοσίου συμφέροντος, με αντάλλαγμα την ατομική ή οικογενειακή επιβίωση και ευμάρεια.
Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, πως, κατά κανόνα, η άρχουσα τάξη αδυνατεί να διαμορφώσει μια ατζέντα διακυβέρνησης, η οποία να συνθέτει με συστηματικό τρόπο τις θεμελιώδεις μεταβλητές: ιδεολογία, κράτος, κοινωνία. Η παρατήρηση αυτή μπορεί να εξηγήσει την ανυπαρξία, τουλάχιστον για τα κόμματα που διεκδικούν ή ασκούν την εξουσία, σχεδίου εθνικής ανασυγκρότησης, που να δίνει απαντήσεις σε δυο κομβικής σημασίας ερωτήματα: τι είδους κοινωνία και τι είδους πολίτες επιθυμούμε;

Προϋποθέσεις

Ένα τέτοιο σχέδιο, προϋποθέτει:
  • Πρώτον, την καταγραφή των ιστορικών ιδιαιτεροτήτων και δυνατοτήτων της κοινωνίας.
  • Δεύτερον, την αποτίμηση της επάρκειας των υλικών και πνευματικών διαθέσιμων μέσων.
  • Τρίτον, την αποκωδικοποίηση της διεθνούς συγκυρίας.
  • Τέταρτον, τη σύνθεση όλων αυτών των παραμέτρων επί τη βάσει μιας καινοτόμας και ταυτόχρονα ρεαλιστικής στόχευσης, που θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις τρέχουσες ανάγκες, καθώς και τις οραματικές επιδιώξεις.
Τότε μόνο, θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί το παρόν μας, υπό την προοπτική ενός επιθυμητού μέλλοντος. Τότε μόνο, η λειτουργία των θεσμών θα κατόρθωνε να γίνει υπηρετική προς τους πολίτες και τις συλλογικές ανάγκες. Τότε μόνο, η πολιτική θα ήταν σε θέση να απαρνηθεί τον καιροσκοπικό, ανεύθυνο και φαύλο χαρακτήρα της. Τότε μόνο, οι δημόσιες πολιτικές, θα έπαυαν να σχετίζονται με ευκαιριακές και επιφανειακές παρεμβάσεις και να ορίζονται από τις προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες των διαχειριστών του κράτους.
Μια τέτοια στροφή προφανώς προϋποθέτει τον ριζικό μετασχηματισμό των κομμάτων, έτσι ώστε να αρθεί ο ολιγαρχικός χαρακτήρας των δομών και των αντιλήψεων που τα διέπει. Η πρόοδος της ελληνικής κοινωνίας και η υπέρβαση της κρίσης, πέρνα μέσα από τον δύσκολο δρόμο της αποσάθρωσης του κομματικού συστήματος και της ανάπτυξης ελεύθερων πρωτοβουλιών για τη θεσμική είσοδο των πολιτών στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων.

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Νίκος Πουλαντζάς: Νέο βιβλίο








Σε μερικές ημέρες συμπληρώνονται 39 χρόνια από την στιγμή που ο σημαντικός θεωρητικός του δομικού μαρξισμού Νίκος Πουλαντζάς έθεσε τέλος στη ζωή του. Με πρωτοβουλία του ομότιμου καθηγητή πολιτικής επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου Γιώργου Κοντογιώργη, θα κυκλοφορήσει σύντομα ένα νέο βιβλίο, που θα περιέχει τον κύκλο διαλέξεων που έδωσε ο Πουλαντζάς, το 1976 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στο επίκεντρο της θεωρητικής ανάλυσης του υπό έκδοση βιβλίου βρίσκονται: η θεωρία των κοινωνικών τάξεων, ο ιμπεριαλισμός, το σύγχρονο κράτος, το έθνος και η προοπτική του σοσιαλισμού. Οι διαλέξεις αυτές, συνοδεύονται από μια εκτενή εισαγωγή από τον Γιώργο Κοντογιώργη, ο οποίος αποτιμά τη συνεισφορά του έργου του Νίκου Πουλαντζά στο πεδίο της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας. Η επιστημονική επιμέλεια έγινε από τον Σωτήρη Αμάραντο.


Ακολουθεί μια συνέντευξη που έδωσε ο καθηγητής  Κοντογιώργης για τον Νίκο Πουλαντζά το 1984 στην ΕΡΤ.







Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

Σ. Αμάραντος:Τραγική αίσθηση της ζωής: ένας αγώνας εναντίον του μηδενός.

Σωτήρης Αμάραντος




Κάθε φορά που η ανθρώπινη φύση εκδηλώνει το σκοτεινό της υπέδαφος, την κόλαση που η ίδια εγκυμονεί, η αντίδραση της τρέχουσας-εργαλειακής εξίσου «ανθρώπινης, πολύ ανθρώπινης» διάστασης της σκέψης που ονομάζεται λογική, επιχειρεί να απωθήσει αυτή τη βαθύτερη αλήθεια του ανθρώπου είτε στη σφαίρα του εντελώς άλλου και μακρινού, είτε στη σφαίρα της σύμπτωσης και της εξαίρεσης. Η κατοπτρική όψη του εαυτού πρέπει να ανασκευαστεί και να καλλωπιστεί πριν επιστρέψει σε εμάς. Αυτό δηλώνουν κυρίως άρρητα, όλοι εκείνοι οι πολιτισμοί που απώλεσαν τη θεμελιώδη συνιστώσα του τραγικού. Ο αγώνας εναντίον του μηδενός, της αναμέτρησης δηλαδή του ανθρώπου με τον μηδενιστή της ύπαρξης που είναι ο θάνατος, συγκαλύπτεται μέσα από ένα σύνολο σχέσεων επιφανειακού εξωραϊσμού της ζωής, της εργασίας, της πολιτικής, της φιλίας, του έρωτα, ακόμη και της τέχνης. Δεν είχε άδικο ο Paul Valery, προσπαθώντας ουσιαστικά να διαταράξει τις εύσχημες βεβαιότητες για τον άνθρωπο του καιρού του, να σημειώνει εμφατικά ότι «εάν βλέπατε τη ψυχή μου δεν θα μπορούσατε να φάτε».

Η τέχνη του τραγικού, αντί να αποφεύγει την αναμέτρηση με ό,τι ο Kierkegaard αποκάλεσε αγωνία, βυθίζεται στην άβυσσο των δυνατοτήτων της ανθρώπινης ύπαρξης, ξιφομαχεί με τις δυνάμεις του μηδενός και ανασυντάσσει ολόκληρο το είναι της στην προοπτική μιας ανώτερης του μηδενός οντολογικής δικαιοσύνης.

Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα πολιτισμικών μορφωμάτων, καθώς αδυνατούν να αναμετρηθούν με τις δυνάμεις του μηδενός που οι ίδιες εγκυμονούν. Η βούληση για ισχύ, ένα γεγονός που έχει τις ρίζες του, όσον αφορά τον δυτικό άνθρωπο στη θεολογία του Μεσαίωνα, από τον 19ο  αιώνα ενδύεται εξωτερικά τις κατηγορίες της επιστημονικότητας, έτσι όπως απαντώνται στην ανάπτυξη του παραδείγματος των φυσικών επιστημών. Η βούληση αυτή λοιπόν, παρουσιάζεται στον χώρο της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας ως ο ηγεμονικός λόγος των κοινωνικών επιστημών, που αξιώνουν, με όρους βιοπολιτικής κατά τον Foucault, τον ορισμό της κανονικότητας για ευρύτερους πληθυσμούς. Η κατ΄επίφαση επιστημονικότητα, η οποία επιχειρεί να μεταφέρει τον στατικό τρόπο αντίληψης της σχέσης αιτίας αποτελέσματος που διέπει τα φυσικά φαινόμενα, στο δυναμικό πεδίο των ανθρώπινων υπάρξεων, με σκοπό να τις μετατρέψει σε ένα διαχειρίσιμο υλικό, συνιστά ένα είδος απόκρυψης του γεγονότος που επιχειρεί να φέρει στο προσκήνιο η τραγική αίσθηση της ζωής, η οποία αποκαλύπτει μια θεμελιώδη πτυχή της ανθρώπινης πραγματικότητας, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε απροσδιοριστία. Πρόκειται για την βιωματική γνώση που πηγάζει από την αδυναμία της ανθρωπότητας να ελέγξει με απόλυτο τρόπο το ίδιο της το είναι. Βεβαίως πίσω από όλα αυτά, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε το αδυσώπητο βίωμα του θανάτου, το οποίο απωθείται στο συλλογικό ασυνείδητο και ως εκ τούτου, το πρόταγμα για την τραγική θέαση της ζωής να περνά στο περιθώριο. Η καθήλωση στη θετικιστική σύλληψη των κοινωνικών φαινομένων  και ο φόβος του θανάτου, ωθεί στην απώλεια της τραγικής αίσθησης και στην ανάπτυξη του γεγονότος της εξουσίας ως ενεργητικού και παθητικού συντελεστή, δηλαδή είτε ως υβριστική υπέρβαση των υπαρκτικών ορίων, διαμέσου του εναγκαλισμού με τις μεταφυσικές όψεις της εξουσίας, η οποία προσδίδει στον εκάστοτε κάτοχό της, την ψευδαίσθηση παντοδυναμίας και άρα επιτυγχάνει την απώθηση του θανάτου είτε ως δουλική υποταγή στην εξουσιαστική αρχή και άρα μετάθεση της διαχείρισης της ευθύνης για την απειλή του θανάτου, από το  επίπεδο της αυτονομίας του θνητού ανθρώπου, στο επίπεδο του εκάστοτε πατέρα-εξουσιαστή.
Ταυτόχρονα εκλείπει η αφετηρία για τον εντοπισμό του μηδενός, καθώς και η μέθοδος για τη διεξαγωγή αυτής της αναμέτρησης, που είναι η τραγική τέχνη. 

Ο ελληνικός κόσμος αντίθετα, επεξεργάστηκε την τραγική διάσταση με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, πάντοτε σε σχέση με το στάδιο της πολιτισμικής του ωριμότητας. Από τους κοσμολογικούς μύθους που συνιστούν το πρώτο στάδιο, πέρασε στην καθαρή τραγική τέχνη και στη φιλοσοφική ενατένιση. Τα δυο αυτά συμβάντα συνιστούν μερικές όψεις μιας ευρύτερης επεξεργασίας με όρους ελευθερίας που αναδύονται εντός της κοινής ζωής της πόλεως, δηλαδή εντός των διαδικασιών του πολιτικού βίου ως βίου ελευθερίας. Τα στοιχεία αυτά αποκτούν νέα διάσταση και σημασία με τη συνάντηση ελληνισμού και χριστιανισμού, από την οποία προκύπτει και η θεολογία του Σταυρού. Η ιδιαιτερότητα αυτής της διάστασης έγκειται στο βίωμα της υπαρξιακής αγωνίας, η οποία εντοπίζεται στο μεταίχμιο δυο ιλιγγιωδών για τον άνθρωπο παραμέτρων αφενός του επικείμενου φυσικού θανάτου και αφετέρου της προσδοκώμενης εσχατολογικής μεταφυσικής, δηλαδή μεταξύ του μηδενός που μηδενίζει και του μηδενός που αναδημιουργεί διαμέσου της αυτοθυσιαστικής προσφοράς. Το επόμενο στάδιο της τραγικής αίσθησης, μπορούμε να το εντοπίσουμε κυρίως στο δημοτικό μας τραγούδι και στα νεότερα λαϊκά άσματα, τα οποία απηχούν τις ποικίλες όψεις διείσδυσης της τραγικής αίσθησης της ζωής στο σύνολο των διακλαδώσεων της ζωής του βυζαντινού, του τουρκοκρατούμενου και νεότερου ελληνισμού. Επίσης, οφείλουμε να διακρίνουμε τα λαϊκά αυτά άσματα από τα χυδαία κατασκευάσματα, τα οποία διεκδικώντας μανιωδώς τον τίτλο του λαϊκού, παραδίδονται στην έκπτωση και την ευκολία του συναισθήματος που συνεπάγεται το μελόδραμα.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά, θα λέγαμε πως η τραγική τέχνη προϋποθέτει, πριν απ΄ όλα, μια ισχυρή ασκητική βούληση, ικανή να αντισταθεί στον αβάσταχτο ανθρώπινο πόνο, στη φρίκη που υφίσταται ο άνθρωπος είτε από τους άλλους ανθρώπους είτε από τον ίδιο του τον εαυτό, γεγονός που τόσο θαρραλέα μπόρεσε να αναγνωρίσει στο ύστερο κυρίως έργο του ως "ορμή καταστροφής" ο πατέρας της ψυχανάλυσης Freud. Η τραγική τέχνη δεν αξιώνει την οριστική νίκη της επί του κακού, αλλά τη δυνατότητα του ανθρώπου να ισορροπήσει, καθώς το εκκρεμές της ύπαρξης μετρά το χάος γύρω του και εντός του. Θα ήταν συνεπώς αντινομικό να θεωρήσουμε ότι κάπου βρίσκεται έτοιμη μια ανώδυνη συνταγή μαζικής ευτυχίας, την οποία μπορούμε κατά βούληση να χρησιμοποιήσουμε ώστε να λυθούν αυτομάτως όλα μας τα προβλήματα. Ο συνεχής αγώνας με το απόλυτο σκοτάδι, συνιστά το δύσβατο μονοπάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια σχετικά ισορροπημένη ζωή.

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Παρουσίαση βιβλίου Γιώργου Κοντογιώργη: ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ





Ανοιχτή συζήτηση στο Πόλις Art Café, στις 13.12.2017, με αφορμή το νέο βιβλίο τού Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη «Γνώση και Μέθοδος», εκδόσεις ΠΑΡΟΥΣΙΑ, Αθήνα, 2017, και με τη συμμετοχή του Υπ. Διδάκτορα στην Πολιτική Φιλοσοφία του Ιονίου Πανεπιστημίου κ. Σωτήρη Αμάραντου, επιμελητή της έκδοσης.

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

Σωτήρης Αμάραντος: Παρουσίαση των βιβλίων του Δημοσθένη Δαββέτα.*

Σωτήρης Αμάραντος

Α) Θα ήθελα να αρχίσω τον λόγο μου, για το νέο βιβλίο του Δημοσθένη Δαββέτα «Λιτανεία για ένα άστρο», με μια σκανδαλώδη, για τους πεζούς καιρούς που διανύουμε, διαπίστωση, η οποία απαντά στο ερώτημα «γιατί μας αφορά ένα τέτοιο βιβλίο»:

Όλοι ασκούμε τον φιλοσοφικό στοχασμό χωρίς απαραίτητα να το συνειδητοποιούμε.  Η φιλοσοφία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, έναν κεντρικό κλάδο που ονομάζεται οντολογία, ο οποίος ασχολείται με τα όντα και το Είναι των όντων. Την κάθε σκέψη και πράξη μας υποβαστάζει μια οντολογική αρχή, ένας σκοπός και ένα νόημα. Ακόμη και στις πιο απλοϊκές και παιδαριώδεις συμπεριφορές μας, παρίσταται, ως μακρινός απόηχος, η φιλοσοφική σφραγίδα μιας ή περισσοτέρων κεντρικών αντιλήψεων για τα όντα. Αρά, ο άνθρωπος είναι ένα ον που βρίσκεται υπό την επήρεια της φιλοσοφίας ακόμη κι όταν δεν το επιδιώκει. Την ίδια στιγμή, η άσκηση και η προώθηση του συστηματικού φιλοσοφικού στοχασμού, συνιστά μια συνειδητά κοπιαστική, πειθαρχημένη και έλλογη απόπειρα του ανθρώπινου υποκειμένου να αναμετρηθεί με τα πρώτα και τα έσχατα ερωτήματα της ύπαρξης και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας κάποιας επαφής με το αληθές.     

Δίπλα σε αυτή τη συνιστώσα του πνεύματος που ονομάσαμε φιλοσοφία, μπορούμε να τοποθετήσουμε και μια άλλη κατάσταση του πνεύματος που ονομάζεται ποίηση. Η ποίηση προέρχεται από το ρήμα ποιώ, που σημαίνει δημιουργώ. Η δημιουργία μπορεί να είναι τόσο υλική όσο και διανοητική. Μπορεί όμως να είναι και τα δύο. Όλοι μας, σε κάποια φάση της ζωής μας, νιώσαμε το αίσθημα της δημιουργίας, ακόμη κι όταν δεν επιδιώκαμε ρητά να δημιουργήσουμε τίποτε. Σε αντίθεση από την ακαδημαϊκή φιλοσοφία, η οποία στηρίζεται σε μια αυστηρή μέθοδο, καθώς και στη συστηματική παράθεση  λογικών επιχειρημάτων, η ποίηση λειτουργεί σχεδόν ακαριαία. Διακρίνεται κατά κανόνα από τη συντομία της και την άμεση πρόσβαση στο ζητούμενο νόημα. Από τη στιγμή που η ποίηση είναι δημιουργία, ταυτόχρονα δημιουργεί τα όντα και αποκαλύπτει το Είναι τους. Άρα θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνεπάγεται μια κεντρική φιλοσοφική διάσταση. Δηλαδή η δημιουργία των όντων και η αποκάλυψη του Είναι τους,  μας φέρνει σε  επαφή με το Αληθές. 

Πέρα από τη φιλοσοφία και την ποίηση, θα ήταν καλό να αναγνωρίσουμε μια τρίτη κατάσταση του πνεύματος που λέγεται σοφία. Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο σοφία, αναφερόμαστε στη σπάνια εκείνη κατάσταση του πνεύματος, σύμφωνα με την οποία, ένα άτομο βρίσκεται σε άμεση επαφή με την αλήθεια των όντων και του Είναι.

Συμπερασματικά η σοφία βρίσκεται στο τέλος των διαδρομών τόσο της φιλοσοφίας όσο και της ποίησης. Παραπέμπει σε ένα είδος απελευθέρωσης από τις αναγκαιότητες της καθημερινότητας, σε μια πληρότητα ύπαρξης και σε μια ένωση με την αλήθεια, που κατορθώνει την υπέρβαση της πεπερασμένης διάστασης της ζωής και την εναρμόνιση του έσω εαυτού με τον σύμπαντα κόσμο. Έτσι η σοφία ως σκοπός, είναι απελευθερωμένη από τις ταπεινές μέριμνες της τρέχουσας ζωής, από τις οποίες δεν έχουν απαλλαγεί εντελώς η φιλοσοφία και η ποίηση, όπως: από τον εγωισμό, από τον δογματισμό, από τη φιλοδοξία αναγνώρισης και κυριαρχίας και από ένα σύνολο άλλων χαρακτηριστικών που πολλές φορές αναγκάζουν τη φιλοσοφία και την ποίηση να ξεστρατίζουν από τον βασικό τους σκοπό.
Μετά από αυτές τις θεωρητικές επισημάνσεις, θα έλεγα ότι μπροστά μας βρίσκεται ένα βιβλίο φιλοσοφικής ποίησης, το οποίο επιδιώκει να εισέλθει στη σφαίρα της λυτρωτικής πληρότητας που συνεπάγεται η υπαρξιακή κατάσταση της σοφίας.

Όντως, διασχίζοντας τις σελίδες αυτού του βιβλίου, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με ορισμένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που τέθηκαν στο επίκεντρο του ποιητικού και  φιλοσοφικού προβληματισμού ήδη από τις απαρχές τους.

1)Πιο συγκεκριμένα μπορούμε να εντοπίσουμε το ζήτημα της αναζήτησης των υπαρξιακών ορίων του ανθρώπου.
Γράφει ο ποιητής:
«Αυτοπαρατηρούμαι και παρατηρώ συνέχεια. Αιωρούμενος ανάμεσα στον εαυτό μου και τον κόσμο. Σε σημείο που δεν γνωρίζω καν αν προϋπήρχα ή όχι του εαυτού μου» (σελ. 63)

2)Ένα άλλο πολύ σημαντικό πρόβλημα, με το οποίο δοκιμάζει την πνευματικότητά του ο Δημοσθένης Δαββέτας, αφορά τη διευθέτηση της σχέσης μεταξύ επιθυμιών και λόγου εντός του ανθρώπινου υποκειμένου:
«Η δύναμη, τονίζει, ο ποιητής, δεν είναι να ακρωτηριάζεις την επιθυμία σου, αλλά να την κάνεις πράξη διαρκείας.»

3)Ένα ακόμη κεντρικό ζήτημα, με το οποίο μπορεί κανείς να έρθει σε επαφή διαβάζοντας τη «Λιτανεία για ένα Άστρο», αφορά την αναμέτρηση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, υποκειμενικής ύπαρξης και αντικειμενικού κόσμου.
«Η αυτογνωσία που οδηγεί στη μοναξιά είναι μια Πύρρειος νίκη» (σελ. 52)

4)Ο έρωτας και ο θάνατος κατέχουν τη δική τους περίοπτη μεν διακριτική δε θέση στο βιβλίο αυτό.
Έτσι στη σελίδα 18 διαβάζουμε πως: «Η ποίηση είναι η λιτανεία του έρωτα» ενώ στη σελίδα 15 ότι :«Ο αυτόχειρας υπακούει στη δική του αξιοπρέπεια»

5)Η διάσταση της ελευθερίας και της αναπαλλοτρίωτης επιθυμίας για προσωπική ετερότητα, είναι ένα ακόμη κομβικό θέμα που μου έκανε εντύπωση στο βιβλίο αυτό.
«Δίχως επιθυμίες και ελπίδες, τόσο ελεύθερος όσο και ανεπιθύμητος» (σελ. 15)

6)Τέλος το ζήτημα του λόγου ως έκφρασης της βαθύτερης ταυτότητας του ανθρώπου, επανέρχεται συχνά ως θέμα, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη του ποιητή να δώσει μια απαντήση στο γιατί και στο πως της δημιουργίας.
Με τρόπο ήπιο και λυρικό ο ποιητής προτρέπει:
«Ξάπλωσε ότι σε βαραίνει στο λευκό της σελίδας. Για ολιγόλεπτη ίσως ανάπαυση.»

Μέσα από αυτήν την δειγματοληπτική απόπειρα επισκόπησης του πλούσιου περιεχομένου της «Λιτανείας για ένα άστρο», νομίζω πως είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε ότι πρόκειται για ένα έργο, το οποίο πνευματικοποιεί το τραγικό βίωμα που δοκιμάζει η ανθρώπινη ύπαρξη σε όλες τις πτυχές της ζωής. Η αίσθηση όμως του τραγικού, αυτήν που έφερε στο φως ο ελληνικός πολιτισμός, απέχοντας πολύ από το να συμβιβαστεί με μια δραματική έκπτωση ή μια εύκολη αποδοχή της ανθρώπινης συντριβής, έρχεται σε αναμέτρηση με το έρεβος της ύπαρξης, δηλαδή με όλες εκείνες τις δυνάμεις που απειλούν  τον άνθρωπο με μηδενισμό.  Στην τραγική αίσθηση όμως της ζωής, οι δυνάμεις του ερέβους δεν επικρατούν, αντίθετα εξημερώνονται, αποκτούν μια κάποια μορφή, μέσα από την οποία ο άνθρωπος έρχεται σε αρμονία με τον σύμπαντα κόσμο, συμφιλιώνεται με την ιδέα της θνητότητας και είναι σε θέση να δώσει στη ζωή του νόημα και προορισμό.
Ακριβώς σε αυτή την προοπτική θεωρώ ότι εντάσσεται το νέο έργο του Δημοσθένη Δαββέτα, ο οποίος κατορθώνει να παραμένει σύγχρονος μέσα από την επαφή του με τον κλασικό θησαυρό του βιωματικού, αισθητικού και γνωσιολογικού φορτίου των  αρχαίων πολιτισμών και κυρίως του ελληνικού. Στις πνευματικές του αναζητήσεις, που περιέχονται σε αυτό το βιβλίο, ισορροπεί, χωρίς καμιά επιθυμία κομπασμού, μεταξύ τρόπου έκφρασης και περιεχομένου, αναδεικνύοντας μια προοπτική ήπιας αποδοχής του ανθρώπινου πάθους με συνοδοιπόρο τον λόγο.

Ολόκληρη η φιλοσοφία αυτού του βιβλίου, κατατείνει στο πλησίασμα του ιδεώδους της δημιουργικής επιστροφής στη μήτρα της ύπαρξης και στην πληρότητα της ένωσης με το Εν. Ο ποιητής μας μιλά με σοφία και με όπλο του τη γραφή, εκφράζει το βαθύτερό του αίτημα, μέσω μιας έκκλησης-προσευχής προς τον Θεό της λογοτεχνίας:         

«Να βρω αυτή τη λέξη που θα με χωρέσει ολόκληρο.»


Β)Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να πω ορισμένα πράγματα και για το δεύτερο βιβλίο που παρουσιάζει σήμερα ο Δημοσθένης Δαββέτας, το  μυθιστόρημα «Έρωτας Δαίμονας», το οποίο επανεκδίδεται.

Πρόκειται για ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα, στο οποίο, έχω την αίσθηση, ότι ο συγγραφέας αναμετράται με τρία από τα σημαντικότερα και πιο επιτακτικά προβλήματα τα οποία έχουν σημαδέψει την πορεία της ανθρωπότητας στον κόσμο. Αυτά είναι ο έρωτας, ο θάνατος και η ελευθερία.

Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ένας καθηγητής φιλοσοφίας της τέχνης στο Παρίσι, αφού βίωσε έναν ακόμη επώδυνο χωρισμό, στρέφεται προς την ενδοσκόπηση.
Παλεύει με τα οξύτατα συναισθήματα της απώλειας και του αποχωρισμού, τα οποία επιχειρεί να μορφοποιήσει μέσω της λογικής εγκράτειας και της δημιουργικής δράσης, κατά την οποία σώμα και πνεύμα αναζητούν μια κάποια ισορροπία και εναρμόνιση. Η πνευματική του δραστηριότητα και ο αθλητισμός έδιναν πάντοτε τη λύση σε ανάλογα προβλήματα. Αλλά ας σταθούμε στη φράση ανάλογα προβλήματα. Ο πρωταγωνιστής συνειδητοποιεί πως σχεδόν όλη η ζωή του διέπεται από τη βίωση του ερωτικού πάθους και από την τάση του να διακόπτει τις ερωτικές του σχέσεις πριν φθαρούν από την καθημερινότητα.

Αυτή η πρόωρη εκούσια δολοφονία της σχέσης, ισοδυναμεί με την προσπάθεια να διατηρηθούν όσα αθάνατα στοιχεία περικλείει ο έρωτας πριν υποταχθούν στις ιδιοκτησιακές συμβάσεις του τετριμμένου.  Μέσα από τα αθάνατα στοιχεία του έρωτα ο συγγραφέας, έχω τη γνώμη, ότι επιχειρεί να βρει μια διέξοδο από τη θνητή φύση του ανθρώπου. Τα αθάνατα στοιχεία της σκέψης τα εμπιστεύεται σε αυτό που θα μπορούσα να ονομάσω τράπεζα πνευματικών επενδύσεων, δηλαδή στη συγγραφή.
O πόνος λοιπόν της ερωτικής απογοήτευσης εκφράζεται και γονιμοποιείται μέσω της τέχνης, νικώντας τους μικρούς και τους μεγάλους θανάτους που νομοτελειακά, κάθε άνθρωπος, αντιμετωπίζει κατά τη διάρκεια της ζωής του. Με τον τρόπο αυτό, η ζωή να λούζεται από την πανδαισία των χρωμάτων, της ελπίδας, της αγάπης και της ελευθερίας, άνευ προϋποθέσεων.


Τα δυο αυτά βιβλία που προσπάθησα να σας παρουσιάσω αποτελούν τους καρπούς της ώριμης σκέψης ενός δημιουργού, ο οποίος μάχεται ακούραστα τις δυνάμεις της αδράνειας και του μηδενός, αναζητώντας μια έστω και προσωρινή διέξοδο προς το υπαρξιακό ζητούμενο της ελευθερίας από κάθε περιοριστική αναγκαιότητα. 


* Η εισήγηση αυτή έγινε με αφορμή την παρουσίαση των βιβλίων του Δημοσθένη Δαββέτα "Λιτανεία για ένα άστρο" και "Έρωτας Δαίμονας", που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 2-12-2017 στην αίθουσα εκδηλώσεων της Φιλαρμονικής Εταιρίας "Μάντζαρος".

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Σωτήρης Αμάραντος κ΄ Πέτρος Ιωάννου ακροβατούν στους 90,1 fm








Σωτήρης Αμάραντος ,υπ.διδάκτωρ στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο κ' Πέτρος Ιωάννου στον Σπορnews 90,1fm της Λάρισας στους ''ακροβάτες του ονείρου'' 12/7/17