Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018

Αναδρομική έκθεση ψηφιδωτού της Κατερίνας Καμπουργιαννίδου-Κοντογιώργη




Ψηφιδωτό-Ποίηση

Αναδρομική έκθεση ψηφιδωτού της Κατερίνας Καμπουργιαννίδου-Κοντογιώργη

Από 9 Νοεμβρίου έως 2 Δεκεμβρίου 2018
Εγκαίνια Πέμπτη 15/11 στις 19.30.
Εκθεσιακοί χώροι 1ου και 2ου  ορόφου

Στην αναδρομική έκθεση «Ψηφιδωτό-Ποίηση» της Κατερίνας Καμπουργιαννίδου- Κοντογιώργη, που φιλοξενείται στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, παρελαύνει η μακρά περίοδος της ψηφιδωτής δημιουργίας από την κλασική, την ελληνιστική και τη βυζαντινή έως τη σύγχρονη εποχή. Στα τελευταία ιδίως έργα της, η δημιουργός εστιάζει τη θεματική και την τεχνική της στα διάφορα ρεύματα της αφαιρετικής τέχνης.

Μάρμαρο, σμάλτο, ημιπολύτιμοι λίθοι, γυαλί, πλαστικό, ψηφιδωτά επιτοίχια, επιδαπέδια τραπέζια, χρηστικά αντικείμενα, με τις πάστες των χρωμάτων να μιλούν κάθε φορά τη γλώσσα της εποχής και της θεματικής του έργου.

Όπως παρατηρεί ο ιστορικός τέχνης καθ. Μάνος Στεφανίδης, η «Κατερίνα Κοντογιώργη είναι μια ψηφιδογράφος που ζωγραφίζει και μια ζωγράφος που εκφράζεται με ψηφίδες αναζητώντας την ποίηση μέσα από την ακατέργαστη πέτρα και το καθαρό χρώμα. Η σχεδιαστική της επάρκεια εξασφαλίζει την ευρυθμία των αφηρημένων της συνθέσεων αφού πίσω από κάθε υλοποιημένη εικόνα βρίσκεται μια αόρατη αρχιτεκτονική».

Τα μείζονα προβλήματα της εποχής μας, οι αναταράξεις και η ασύμμετρη βία στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, αναπαριστώνται συμβολικά μέσα από την έντονη πολυπλοκότητα των έργων και τη σημειολογία των παραστάσεων.

Η μνημειακή τέχνη του ψηφιδωτού προσφέρεται ιδιαίτερα για την ανάδειξη της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Το ψηφιδωτό, ως ποίηση και ως άσκηση ελευθερίας, συνδυάζεται με την αυστηρότητα και τη δυναμική ακαμψία των υλικών σε μία άσκηση αυθεντικής λιτότητας, που μας καλεί σε στοχαστικό διάλογο πάνω στην ανθρώπινη περιπέτεια.




Σύντομο βιογραφικό σημείωμα
Η Κατερίνα Καμπουργιαννίδου-Κοντογιώργη γεννήθηκε στη Λευκάδα από Μικρασιάτες γονείς και υπηρετεί το ψηφιδωτό από το 1994.
Μετά από ένα κύκλο σπουδών στη νομική, την πολιτική επιστήμη και την ιστορία, στην Αθήνα και στο Παρίσι, επιδόθηκε στην τέχνη του ψηφιδωτού, της ζωγραφικής, της ιστορίας της τέχνης και μαθήτευσε σε εργαστήρια σπουδαίων εικαστικών. Παρακολούθησε επίσης σεμινάρια σύγχρονου ψηφιδωτού σε σχολές της Ιταλίας.
Δημιούργησε την «Ομάδα Ψηφιδωτού 10» με αξιόλογο έργο. Μέλος των Εργαστηρίων Τέχνης Αγίας Παρασκευής, της Πανελλήνιας Εταιρείας Λόγου και Τέχνης, του Ελληνικού Συλλόγου Ψηφιδωτού, της Διεθνούς Ένωσης Σύγχρονων Ψηφιδογράφων (AIMC), της Αμερικανικής Εταιρείας Ψηφιδογράφων (SAMA).
Συμμετείχε , από το 1995, σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με πιο πρόσφατες στη Ραβέννα της Ιταλίας, ΑΙΜC 2000 και RAVENNA MOSAICO 2015 και 2017, στο Spilimbergo της Ιταλίας 2016, στο Nazzanno της Ρώμης, Pictor Imaginarius 2017 (α’ βραβείο), και 2018, και τελευταία στο  Parais-le-Monial της Γαλλίας,  AIMC 2018, και στη Chartres, Association les 3R, 2018.
Έχει πραγματοποιήσει τρεις ατομικές εκθέσεις στη Λευκάδα και στην Αθήνα. Η έκθεση στο Ίδρυμα Μιχ. Κακογιάννη είναι η τέταρτη ατομική.
Έργα της υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές και σε δημόσιους χώρους.





Πληροφορίες
Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206, (ύψος Χαμοστέρνας), Ταύρος, Τ.Κ. 177 78, Τηλ. 210 3418550 & 210 3418579
Facebook: Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης - Michael Cacoyannis Foundation
Twitter: @MCF_MCacoyannis
Instagram: @mcf.gr | Hashtag: #MCF
Youtube: MCacoyannisF

Διάρκεια έκθεσης: 9 Νοεμβρίου έως 2 Δεκεμβρίου 2018, Δευτέρα έως Κυριακή 18:00- 22:00.
Εγκαίνια: Πέμπτη 15 Νοεμβρίου στις 19:30

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

Σωτήρης Αμάραντος: Παρουσίαση των βιβλίων του Δημοσθένη Δαββέτα.*

Σωτήρης Αμάραντος

Α) Θα ήθελα να αρχίσω τον λόγο μου, για το νέο βιβλίο του Δημοσθένη Δαββέτα «Λιτανεία για ένα άστρο», με μια σκανδαλώδη, για τους πεζούς καιρούς που διανύουμε, διαπίστωση, η οποία απαντά στο ερώτημα «γιατί μας αφορά ένα τέτοιο βιβλίο»:

Όλοι ασκούμε τον φιλοσοφικό στοχασμό χωρίς απαραίτητα να το συνειδητοποιούμε.  Η φιλοσοφία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, έναν κεντρικό κλάδο που ονομάζεται οντολογία, ο οποίος ασχολείται με τα όντα και το Είναι των όντων. Την κάθε σκέψη και πράξη μας υποβαστάζει μια οντολογική αρχή, ένας σκοπός και ένα νόημα. Ακόμη και στις πιο απλοϊκές και παιδαριώδεις συμπεριφορές μας, παρίσταται, ως μακρινός απόηχος, η φιλοσοφική σφραγίδα μιας ή περισσοτέρων κεντρικών αντιλήψεων για τα όντα. Αρά, ο άνθρωπος είναι ένα ον που βρίσκεται υπό την επήρεια της φιλοσοφίας ακόμη κι όταν δεν το επιδιώκει. Την ίδια στιγμή, η άσκηση και η προώθηση του συστηματικού φιλοσοφικού στοχασμού, συνιστά μια συνειδητά κοπιαστική, πειθαρχημένη και έλλογη απόπειρα του ανθρώπινου υποκειμένου να αναμετρηθεί με τα πρώτα και τα έσχατα ερωτήματα της ύπαρξης και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας κάποιας επαφής με το αληθές.     

Δίπλα σε αυτή τη συνιστώσα του πνεύματος που ονομάσαμε φιλοσοφία, μπορούμε να τοποθετήσουμε και μια άλλη κατάσταση του πνεύματος που ονομάζεται ποίηση. Η ποίηση προέρχεται από το ρήμα ποιώ, που σημαίνει δημιουργώ. Η δημιουργία μπορεί να είναι τόσο υλική όσο και διανοητική. Μπορεί όμως να είναι και τα δύο. Όλοι μας, σε κάποια φάση της ζωής μας, νιώσαμε το αίσθημα της δημιουργίας, ακόμη κι όταν δεν επιδιώκαμε ρητά να δημιουργήσουμε τίποτε. Σε αντίθεση από την ακαδημαϊκή φιλοσοφία, η οποία στηρίζεται σε μια αυστηρή μέθοδο, καθώς και στη συστηματική παράθεση  λογικών επιχειρημάτων, η ποίηση λειτουργεί σχεδόν ακαριαία. Διακρίνεται κατά κανόνα από τη συντομία της και την άμεση πρόσβαση στο ζητούμενο νόημα. Από τη στιγμή που η ποίηση είναι δημιουργία, ταυτόχρονα δημιουργεί τα όντα και αποκαλύπτει το Είναι τους. Άρα θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνεπάγεται μια κεντρική φιλοσοφική διάσταση. Δηλαδή η δημιουργία των όντων και η αποκάλυψη του Είναι τους,  μας φέρνει σε  επαφή με το Αληθές. 

Πέρα από τη φιλοσοφία και την ποίηση, θα ήταν καλό να αναγνωρίσουμε μια τρίτη κατάσταση του πνεύματος που λέγεται σοφία. Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο σοφία, αναφερόμαστε στη σπάνια εκείνη κατάσταση του πνεύματος, σύμφωνα με την οποία, ένα άτομο βρίσκεται σε άμεση επαφή με την αλήθεια των όντων και του Είναι.

Συμπερασματικά η σοφία βρίσκεται στο τέλος των διαδρομών τόσο της φιλοσοφίας όσο και της ποίησης. Παραπέμπει σε ένα είδος απελευθέρωσης από τις αναγκαιότητες της καθημερινότητας, σε μια πληρότητα ύπαρξης και σε μια ένωση με την αλήθεια, που κατορθώνει την υπέρβαση της πεπερασμένης διάστασης της ζωής και την εναρμόνιση του έσω εαυτού με τον σύμπαντα κόσμο. Έτσι η σοφία ως σκοπός, είναι απελευθερωμένη από τις ταπεινές μέριμνες της τρέχουσας ζωής, από τις οποίες δεν έχουν απαλλαγεί εντελώς η φιλοσοφία και η ποίηση, όπως: από τον εγωισμό, από τον δογματισμό, από τη φιλοδοξία αναγνώρισης και κυριαρχίας και από ένα σύνολο άλλων χαρακτηριστικών που πολλές φορές αναγκάζουν τη φιλοσοφία και την ποίηση να ξεστρατίζουν από τον βασικό τους σκοπό.
Μετά από αυτές τις θεωρητικές επισημάνσεις, θα έλεγα ότι μπροστά μας βρίσκεται ένα βιβλίο φιλοσοφικής ποίησης, το οποίο επιδιώκει να εισέλθει στη σφαίρα της λυτρωτικής πληρότητας που συνεπάγεται η υπαρξιακή κατάσταση της σοφίας.

Όντως, διασχίζοντας τις σελίδες αυτού του βιβλίου, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με ορισμένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που τέθηκαν στο επίκεντρο του ποιητικού και  φιλοσοφικού προβληματισμού ήδη από τις απαρχές τους.

1)Πιο συγκεκριμένα μπορούμε να εντοπίσουμε το ζήτημα της αναζήτησης των υπαρξιακών ορίων του ανθρώπου.
Γράφει ο ποιητής:
«Αυτοπαρατηρούμαι και παρατηρώ συνέχεια. Αιωρούμενος ανάμεσα στον εαυτό μου και τον κόσμο. Σε σημείο που δεν γνωρίζω καν αν προϋπήρχα ή όχι του εαυτού μου» (σελ. 63)

2)Ένα άλλο πολύ σημαντικό πρόβλημα, με το οποίο δοκιμάζει την πνευματικότητά του ο Δημοσθένης Δαββέτας, αφορά τη διευθέτηση της σχέσης μεταξύ επιθυμιών και λόγου εντός του ανθρώπινου υποκειμένου:
«Η δύναμη, τονίζει, ο ποιητής, δεν είναι να ακρωτηριάζεις την επιθυμία σου, αλλά να την κάνεις πράξη διαρκείας.»

3)Ένα ακόμη κεντρικό ζήτημα, με το οποίο μπορεί κανείς να έρθει σε επαφή διαβάζοντας τη «Λιτανεία για ένα Άστρο», αφορά την αναμέτρηση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, υποκειμενικής ύπαρξης και αντικειμενικού κόσμου.
«Η αυτογνωσία που οδηγεί στη μοναξιά είναι μια Πύρρειος νίκη» (σελ. 52)

4)Ο έρωτας και ο θάνατος κατέχουν τη δική τους περίοπτη μεν διακριτική δε θέση στο βιβλίο αυτό.
Έτσι στη σελίδα 18 διαβάζουμε πως: «Η ποίηση είναι η λιτανεία του έρωτα» ενώ στη σελίδα 15 ότι :«Ο αυτόχειρας υπακούει στη δική του αξιοπρέπεια»

5)Η διάσταση της ελευθερίας και της αναπαλλοτρίωτης επιθυμίας για προσωπική ετερότητα, είναι ένα ακόμη κομβικό θέμα που μου έκανε εντύπωση στο βιβλίο αυτό.
«Δίχως επιθυμίες και ελπίδες, τόσο ελεύθερος όσο και ανεπιθύμητος» (σελ. 15)

6)Τέλος το ζήτημα του λόγου ως έκφρασης της βαθύτερης ταυτότητας του ανθρώπου, επανέρχεται συχνά ως θέμα, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη του ποιητή να δώσει μια απαντήση στο γιατί και στο πως της δημιουργίας.
Με τρόπο ήπιο και λυρικό ο ποιητής προτρέπει:
«Ξάπλωσε ότι σε βαραίνει στο λευκό της σελίδας. Για ολιγόλεπτη ίσως ανάπαυση.»

Μέσα από αυτήν την δειγματοληπτική απόπειρα επισκόπησης του πλούσιου περιεχομένου της «Λιτανείας για ένα άστρο», νομίζω πως είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε ότι πρόκειται για ένα έργο, το οποίο πνευματικοποιεί το τραγικό βίωμα που δοκιμάζει η ανθρώπινη ύπαρξη σε όλες τις πτυχές της ζωής. Η αίσθηση όμως του τραγικού, αυτήν που έφερε στο φως ο ελληνικός πολιτισμός, απέχοντας πολύ από το να συμβιβαστεί με μια δραματική έκπτωση ή μια εύκολη αποδοχή της ανθρώπινης συντριβής, έρχεται σε αναμέτρηση με το έρεβος της ύπαρξης, δηλαδή με όλες εκείνες τις δυνάμεις που απειλούν  τον άνθρωπο με μηδενισμό.  Στην τραγική αίσθηση όμως της ζωής, οι δυνάμεις του ερέβους δεν επικρατούν, αντίθετα εξημερώνονται, αποκτούν μια κάποια μορφή, μέσα από την οποία ο άνθρωπος έρχεται σε αρμονία με τον σύμπαντα κόσμο, συμφιλιώνεται με την ιδέα της θνητότητας και είναι σε θέση να δώσει στη ζωή του νόημα και προορισμό.
Ακριβώς σε αυτή την προοπτική θεωρώ ότι εντάσσεται το νέο έργο του Δημοσθένη Δαββέτα, ο οποίος κατορθώνει να παραμένει σύγχρονος μέσα από την επαφή του με τον κλασικό θησαυρό του βιωματικού, αισθητικού και γνωσιολογικού φορτίου των  αρχαίων πολιτισμών και κυρίως του ελληνικού. Στις πνευματικές του αναζητήσεις, που περιέχονται σε αυτό το βιβλίο, ισορροπεί, χωρίς καμιά επιθυμία κομπασμού, μεταξύ τρόπου έκφρασης και περιεχομένου, αναδεικνύοντας μια προοπτική ήπιας αποδοχής του ανθρώπινου πάθους με συνοδοιπόρο τον λόγο.

Ολόκληρη η φιλοσοφία αυτού του βιβλίου, κατατείνει στο πλησίασμα του ιδεώδους της δημιουργικής επιστροφής στη μήτρα της ύπαρξης και στην πληρότητα της ένωσης με το Εν. Ο ποιητής μας μιλά με σοφία και με όπλο του τη γραφή, εκφράζει το βαθύτερό του αίτημα, μέσω μιας έκκλησης-προσευχής προς τον Θεό της λογοτεχνίας:         

«Να βρω αυτή τη λέξη που θα με χωρέσει ολόκληρο.»


Β)Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να πω ορισμένα πράγματα και για το δεύτερο βιβλίο που παρουσιάζει σήμερα ο Δημοσθένης Δαββέτας, το  μυθιστόρημα «Έρωτας Δαίμονας», το οποίο επανεκδίδεται.

Πρόκειται για ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα, στο οποίο, έχω την αίσθηση, ότι ο συγγραφέας αναμετράται με τρία από τα σημαντικότερα και πιο επιτακτικά προβλήματα τα οποία έχουν σημαδέψει την πορεία της ανθρωπότητας στον κόσμο. Αυτά είναι ο έρωτας, ο θάνατος και η ελευθερία.

Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ένας καθηγητής φιλοσοφίας της τέχνης στο Παρίσι, αφού βίωσε έναν ακόμη επώδυνο χωρισμό, στρέφεται προς την ενδοσκόπηση.
Παλεύει με τα οξύτατα συναισθήματα της απώλειας και του αποχωρισμού, τα οποία επιχειρεί να μορφοποιήσει μέσω της λογικής εγκράτειας και της δημιουργικής δράσης, κατά την οποία σώμα και πνεύμα αναζητούν μια κάποια ισορροπία και εναρμόνιση. Η πνευματική του δραστηριότητα και ο αθλητισμός έδιναν πάντοτε τη λύση σε ανάλογα προβλήματα. Αλλά ας σταθούμε στη φράση ανάλογα προβλήματα. Ο πρωταγωνιστής συνειδητοποιεί πως σχεδόν όλη η ζωή του διέπεται από τη βίωση του ερωτικού πάθους και από την τάση του να διακόπτει τις ερωτικές του σχέσεις πριν φθαρούν από την καθημερινότητα.

Αυτή η πρόωρη εκούσια δολοφονία της σχέσης, ισοδυναμεί με την προσπάθεια να διατηρηθούν όσα αθάνατα στοιχεία περικλείει ο έρωτας πριν υποταχθούν στις ιδιοκτησιακές συμβάσεις του τετριμμένου.  Μέσα από τα αθάνατα στοιχεία του έρωτα ο συγγραφέας, έχω τη γνώμη, ότι επιχειρεί να βρει μια διέξοδο από τη θνητή φύση του ανθρώπου. Τα αθάνατα στοιχεία της σκέψης τα εμπιστεύεται σε αυτό που θα μπορούσα να ονομάσω τράπεζα πνευματικών επενδύσεων, δηλαδή στη συγγραφή.
O πόνος λοιπόν της ερωτικής απογοήτευσης εκφράζεται και γονιμοποιείται μέσω της τέχνης, νικώντας τους μικρούς και τους μεγάλους θανάτους που νομοτελειακά, κάθε άνθρωπος, αντιμετωπίζει κατά τη διάρκεια της ζωής του. Με τον τρόπο αυτό, η ζωή να λούζεται από την πανδαισία των χρωμάτων, της ελπίδας, της αγάπης και της ελευθερίας, άνευ προϋποθέσεων.


Τα δυο αυτά βιβλία που προσπάθησα να σας παρουσιάσω αποτελούν τους καρπούς της ώριμης σκέψης ενός δημιουργού, ο οποίος μάχεται ακούραστα τις δυνάμεις της αδράνειας και του μηδενός, αναζητώντας μια έστω και προσωρινή διέξοδο προς το υπαρξιακό ζητούμενο της ελευθερίας από κάθε περιοριστική αναγκαιότητα. 


* Η εισήγηση αυτή έγινε με αφορμή την παρουσίαση των βιβλίων του Δημοσθένη Δαββέτα "Λιτανεία για ένα άστρο" και "Έρωτας Δαίμονας", που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 2-12-2017 στην αίθουσα εκδηλώσεων της Φιλαρμονικής Εταιρίας "Μάντζαρος".

Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑΣ


Πρέπει να ήταν αργά το απόγευμα, τη συνηθισμένη ώρα που ο χρήστης Α΄, ακολουθώντας ένα αυστηρό, σχεδόν ιεροτελεστικό, τυπικό, ελέγχει την ηλεκτρονική του αλληλογραφία, όταν, μεταξύ των πολλών μηνυμάτων που είχε δεχτεί εκείνη την ημέρα, διέκρινε ένα σχεδόν κωδικοποιημένο, που είχε ως αποστολέα τον πολύ στενό διαδικτυακό του φίλο, τον χρήστη Β΄. Το μήνυμα έγραφε «Δ ε ν  υ π ά ρ χ ε ι ς .». Στην αρχή, θεώρησε ότι επρόκειτο για λάθος. «Ναι, αυτό είναι» σκέφτηκε «Λάθος». Δεν ήταν δυνατόν, ο τόσο εγκάρδιος φίλος του, ο άνθρωπος με τον οποίο γέμιζε τόσες ώρες καθημερινής συνοδοιπορίας, να τον κατηγορούσε για κάτι τέτοιο. Ανέμενε μια διόρθωση, μια νύξη έστω από τον φίλο του, ότι δεν είχε  αυτόν ως στόχο η κατηγορία. Εις μάτην. Καμία διάψευση, καμία αναίρεση δεν έλαβε. Όλο αυτό το διάστημα που περίμενε τη διάψευση, στάθηκε γι΄αυτόν μεγάλο σχολείο. Καθώς τρεμόσβηνε, όλο και περισσότερο, η πεποίθηση ότι ο φίλος δεν εννοούσε πραγματικά αυτό που του είχε στείλει ή έστω πως δεν ήταν ο ίδιος ο σωστός παραλήπτης του μηνύματος, ένιωθε σταδιακά να τον διαπερνά η φράση «Δεν υπάρχεις» ως κατηγορία και να τον καθιστά ένοχο και μόνο η ανάγνωσή της.

Άρχισε τότε να απολογείται στον εαυτό του. Προσπαθούσε να βρει αποδείξεις, ότι υπάρχει, ότι είναι αληθινός. Τότε οι αναμνήσεις τον κατέκλυσαν. Σαν να είχε προκαλέσει μια καίρια ρωγμή σ΄ ένα πελώριο φράγμα που συγκρατούσε για δεκαετίες τον ορμητικό ποταμό των βιωμένων του εμπειριών. Πέρασε από μπροστά του ολόκληρη η ζωή. Ώστε είχε αποδείξεις. Μπορούσε με αυτές να πείσει τον εαυτό του ότι η κατηγορία δεν ήταν αληθινή. Ναι αλλά τους άλλους; Τους ανθρώπους εκείνους με τους οποίους μοιραζόταν άπληστα τις ψηφιοποιημένες στιγμές του, πως θα τους έπειθε; Πως μπορούσε να μεταγγίσει το πλήθος των αναμνήσεων που η ψυχή του κουβαλούσε σε ένα μηχάνημα; Κι αν δεν μπορούσε να πείσει τους άλλους, μήπως δεν μπορούσε τελικά να γίνει πιστευτός και από τον εαυτό του, ότι πράγματι υπάρχει;

Τότε σκοτείνιασαν όλα. Το μικρόβιο της αμφιβολίας για τον εαυτό του ρίζωσε σε όλα τα τοιχώματα της σκέψης του; «Μήπως πράγματι δεν είμαι αληθινός» σκέφτηκε. «Μήπως είμαι μια επινόηση τους ψηφιακού κόσμου, ένα πείραμα που διασκέδαζε την ανία του κυβερνοχώρου;»

Ώρες ατέλειωτες έδωσε μάχες με αυτά τα ερωτήματα, χωρίς να καταφέρει ούτε μια τακτική νίκη έναντι του εχθρού. Μήπως έπρεπε να τα παρατήσει; Να αποδεχτεί την κατηγορία που πλέον του επέρριπτε ο ίδιος του ο εαυτός, από τα βάθη της προσωπικής του συνείδησης; Κι αν αποδεχόταν κάτι τέτοιο, τι θα έπρεπε να πράξει μετά; Πως θα μπορούσε να διαχειριστεί την ανυπαρξία του; Στην αρχή πέρασε από το μυαλό του μια φαντασίωση απόλυτης ελευθερίας. «Εάν δεν είμαι τίποτα, μπορώ να είμαι τα πάντα» μονολόγησε. Η σκέψη αυτή δεν κράτησε για πολύ. Μια δεύτερη ακολούθησε. «Εάν δεν είμαι τίποτα, πώς μπορώ να αισθανθώ την ελευθερία;». «Αν δεν υπάρχω, πως θα μπορούσα να σκεφτώ ότι δεν μπορώ να αισθανθώ την ελευθερία;»… «Μα αν μπορώ αυτή τη στιγμή να σκέφτομαι, πως γίνεται να μην υπάρχω;». Το συμπέρασμα αυτό ήταν συντριπτικό για την ενοχή που ήταν έτοιμη να ολοκληρώσει το καταστροφικό της έργο μέσα του. 

Η σκέψη αυτή του έδωσε τεράστια αυτοπεποίθηση. Ήταν πλέον ικανός να αποδείξει στον εαυτό του ότι υπάρχει ανεξάρτητα από το τι λένε οι άλλοι. Σηκώθηκε από την καρέκλα που ήταν καθηλωμένος ώρες ολόκληρες, αποφασισμένος να δείξει στους άλλους τι σημαίνει να υπάρχεις, να είσαι αληθινός. Άνοιξε το παράθυρο και μαζί τους πνεύμονές του, για να υποδεχτεί το δροσερό αεράκι του φθινοπωρινού πρωινού. Η στομφώδης και γεμάτη αυτοπεποίθηση εισπνοή, έδωσε τη θέση της σε μια άκρως απαξιωτική προς τον κόσμο εκπνοή. Ναι! Βέβαια! Απαξίωση και αηδία, για τον κόσμο που παραλίγο να τον πείσει ότι δεν υπάρχει.

Έπρεπε να αφοσιωθεί σε αυτό που τώρα φάνταζε ιερό του καθήκον. Έπρεπε να εκδικηθεί τον επίδοξο φονιά του, τον εξάγγελο της ανυπαρξίας του. Ήταν η ώρα της λυσσαλέας αντεπίθεσης. Μόνο που κανένας κατήγορος δεν είχε υπάρξει, όπως και κανένας αποστολέας, όπως τελικά και κανένας φίλος Β΄. Ο φίλος, το μήνυμα, η κατηγορία, ακόμη κι αυτός, το ίδιο το θύμα, ήταν μια επινόηση…


Σωτήρης Αμάραντος

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Ρένος Αποστολίδης: Ο δραπέτης του αετώματος*







*Πρόκειται για ένα κείμενο που ανήκει σε μια συλλογή διηγημάτων του Ρένου Αποστολίδη η οποία κυκλοφόρησε με γενικό τίτλο: Οι εξάγγελοι

*Ευχαριστούμε θερμά τον κύριο Κώστα Κυριακού Χουχουλιδάκη για την αποστολή του κειμένου

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

Ρένος Αποστολίδης: «Το δίχτυ»

Ρένος Αποστολίδης



Πάντα ἔπιανα τὴν πέννα μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ γράψω κάτι μεγάλο, «ποὺ νὰ τὰ λέῃ ὅλα»! Μιὰ πρώτη φλόγα ἔδιν' ἔν' ἄνοι-
γμα - κι αὐτό ἠταν! Γιόμισα ἔτσι ἀνοίγματα, πρὸς κάτι ποὺ θάταν «τὸ ὅλο» - μὰ ποῦ «τὸ ὅλο»! Φύλαγα ὕστερα τ' ἀνοίγμα-
τα σάν ἁπλές ρωγμές ἀπ' ὅπου κάτι μισόβλεπα - ἤ νόμιζα πὼς μισόβλεπα κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε ἴσως κι ἄλλος νὰ μισοδῇ.Ὕστερα ἔλεγα : «Αὐτά εἰναι - τί νὰ κάνω; Αὐτός εἶμαι!» Καὶ  σιγά-σιγά, τὸ πῆρ' ἀπόφαση... Ἔτσι κι αὐτό ἐδῶ : ἕν' ἄνοιγμα.
    Τὸ βάζω γιὰ κλείσιμο - μ' ὅλο ποὺ θὰ ξετυλίγονταν (εἶχα δηλαδὴ τὴν πρόθεση) σὲ βιβλίο ὁλάκερο, μὲ τὸν ὄχι καὶ λίγο φιλόδοξο τίτλο:

    Ἀπόπειρα συνεννοήσεως.


     Βλέπω πολλούς -- κι ὁλοένα περσότερους -- νὰ βρίσκωνται σὲ μιὰ τρομερή διάσταση, ἄν ἐκφράζωμαι καλά, μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους. Βρίσκομαι κι ὁ ἴδιος; Ὄχι, τολμάω νὰ πῶ - μὰ εἶναι καὶ τόσο «ἰδιότυπη» ἡ «λύση» μου, ποὺ δέν μπορῶ νὰ τὴν προτείνω. Γιὰ νὰ μή μένῃ περιέργεια -- ἤ, τυχόν, ἰδέα πὼς κάνω τὸν ἔξυπνο, μὲ τὸ ἀζημίωτο, μὲς ἀπό 'να βιβλίο ποὺ ὁ ἄλλος τὸ πλήρωσε μὲ τέτοιον τίτλο (κ' ἴσως μ' ἀνάλογη προσδοκία) -- ἡ «λύση» μου συνίσταται στὴν (πολύ «παιδική») ἄ ρ σ η τοῦ ἑνός σκέλους τῆς «ἀντιθέσεως»: ἀγνόησα τὴ ζωή -- τὴ ζωή μου ! -- ἤ ὁπωσδήποτε ἕνα μεγάλο μέρος τῶν τυραννικῶν της «ἀσυμβίβαστων» μὲ τὴ συνείδησή μου, καὶ τραβάω τὸ δρόμο μου ἀδιάφορος γιὰ τὸ τέλος. Παράδοξα, δέν ἔρχεται πάλι κανένα «τέλος», δραματικό ποὺ λένε, τιμωρητικό μὲ δέν ξέρω ποιά «σκληρή μου τιμωρία». Βρίσκονται ἀκόμα κοντινοί ποὺ μ' ἀγαπᾶνε, συχνά μὲ βοηθοῦνε -- θὰ πρέπει λοιπόν νὰ τοὺς εἶμαι ὧρες-ὧρες κ' ἐξαιρετικά ἀξιαγάπητος -- περσότερο λέω θ' ἀγαπᾶνε τὰ παιδιά καὶ τὴ γυναῖκα μου ποὺ μ' ἀγαπᾶνε -- δηλαδή θὰ τοὺς λυποῦνται τρομερά τ ί τοὺς ἔ λ α χ ε ! -- μὰ ὄχι, ἀγαπᾶν κ' ἐμένα τόσες φορές σφοδρά, τὸ βλέπω !.. Ὁπωσδήποτε, εἴμαστε μπερδεμένοι ἐκεῖ, ἀγαπιόμαστε, καμπόσοι ποὺ δέν μπόρεσαν ν' «ἁπλουστέψουν» ἔτσι τὸ πρόβλημα, μ' ἐμένα ποὺ καὶ εἰς βάρος τους -- μπορεῖ ἄθελά μου, μὰ κ α ί εἰς βάρος τους, ἀναμφισβήτητα -- τόσο τὸ «ἁπλούστεψα» !.. Κάποτε κάθομαι κ' ἐξετάζω μήπως μ' ἀγαποῦν σὰν ἕνα «πείραμα»΄ ἕνα πείραμα ποὺ δέν πιστεύουν νάχῃ καλή «ἔκβαση», μὰ τὸ παρακολουθοῦν ὁπωσδήποτε, καὶ, μιά καὶ δέν κοστίζει πάρα πολλά, δίνουν στὸν ἑαυτό τους αὐτή τὴν πολυτέλεια - ἐντελῶς «ἰδιωτική» ἄλλωστε.
     Μὲ παρακολουθεῖτε γιατὶ ἔχει ἀλήθεια τὸ γραφτό μου - ὅσο κι ἄν ἔχῃ παραξενιά. Μὰ δέν εἰν' ἡ παραξενιά΄ ἡ ἀ λ ή θ ε ι α εἶναι. Καὶ δέν εἶναι ὅλη΄ ἔχει κι ἀλλη: Πολλές φορές εἶπα -- μόνος μου, ποὺ κουβεντιάζω σιωπηλά, ὁδηγῶντας -- μ ι σ θ ό ς εἶναι κ' ἡ ἀγάπη ! Κι ἄν μὲ ρωτάγανε ποτέ πῶς ἐπιζῶ ἀκόμα; εἰλικρινά δέ θάβρισκα ν' ἀπαντήσω ἄλλο παρά πῶς μ' ἀγαπᾶνε ! Π ο ι ο ί μ' ἀγαπᾶνε; Εἶναι τόσοι πολλοί, τόσο δυνατοί;.. Μπά !.. Λίγοι - κι ἀπ' τὸ ὑστέρημά τους ! Μὰ ὅσο μικραίνει τὸ ὑστέρημα, τόσο δυναμώνει ἡ ἀπόδοσή του - αὐτό εἶν' ἕνας νόμος ποὺ δέν τὸν ξέρουν μὲς στὴν ἀγορά. Πράγματι, ἐκεῖ, μὲ ὑστέρημα δέν κάνεις τίποτα ! Ἔτσι κ' ἔβαλες ὑστέρημα, στὴν ἀγορά, στ' ἅρπαξαν κ' ἔφυγαν ! Σάν εἶδος χειροποίητο, ποὺ σπάνια βρίσκεται πιά..- κ' εἶναι τόσοι ποὺ ξέρουν πὼς ὅσο καὶ νὰ πληρωθῇ, πάλι τζάμπα ἀγορασμένο εἶναι !..
    Μὰ δέν τὴ δίνω, λοιπὸν, τὴν ἀγάπη γιὰ μισθό. Κάθε ἄλλο. Είλικρινά: τὴν ἀρνιέμαι ! Ἔρχονται ὅμως καὶ μοῦ τὴ δίνουν΄ κι ὅσο πιό πολύ τὴν ἀρνιέμαι, τόσο μοῦ τὴ δίνουν - πάντα σὲ πιό κρίσιμες στιγμές, ποὺ δίχως αὐτήν λέω θὰ χάνομουν καὶ δέ θάχαν πιά τὴν εὐκαιρία... Νὰ πιστέψω ὅμως πὼς κ' ἐπίτηδες ἔχω στήσει τέτοια σοφίνα - δέ γίνεται, δέν εἶν' ἀλήθεια ! (Μοῦ τόπε κι αὐτό κάποιος..- μὰ καὶ τί δέν ἀκοῦς;..) Ὄχι, δέν εἰν' ἀλήθεια...
    Ὕστερα σκέφτηκα πὼς εἶναι ζῶα ποὺ μοιραῖα τ' ἀγαπᾶνε ἄλλα ζῶα. Εἶναι κι αὐτό, ἐν μέρει. Παρασιτικά, λοιπόν, τῆς καρδιᾶς. Μ' ἀξιαγάπητα ! Καὶ, στὸ κάτω-κάτω: ἐκεῖνος ποὺ σοῦ δίνει, χωρίς ποτέ νὰ σοῦ ζητάῃ -- μόνο αὐτό, μόνο ἔτσι (καὶ μόνο ἀ λ ή θ ε ι α αὐτό, ποτέ ψέμματα) -- τί φταίει ποὺ σοῦ πέρνει τὴν ἀγάπη;..
    Ἀλλ' αὐτό δέν εἶναι «λύση», φυσικά, νὰ προταθῇ σοβαρά... Μ' ὅλο ποὺ τὴ γράφει καὶ τὸ Εὐαγγέλιο ! Ἐγὼ τὴ διαβάζω κάτω ἀπ' τὰ τόσο τολμηρά λόγια: «Μή μεριμνᾶτε διὰ τὴν αὔριον΄ καὶ γὰρ ἡ αὔριον μεριμνήσει ἑαυτῆς΄ ἀρκετόν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς» !.. Ὤ, ἀπογνωσμένε μου, πῶς νὰ μή σ' ἀγαπήσουν; Ὥς τὸ σταυρό σ' ἀγάπησαν - κ' ἐκεῖ νὰ ἰδοῦνε τί θὰ μποροῦσες ἄλλο νὰ τοὺς δώσῃς πιά ! Κι ἀδύνατο νὰ φυλαχτοῦνε τέλος ἀπὸ κεῖνο ποὺ ἀ π ὸ κ ε ῖ τοὺς ἔδωσες !..
     Μή βλαστημάω... Κ' ἐξ ἄλλου, τὸ θέμα ἐδῶ εἶναι σαφές: Ἄν ἦταν δυνατό κάπως νὰ βόηθαγα νὰ βγοῦν ἀπ' αὐτή τὴ διάσταση ὁπου βρίσκουνται καὶ τυραννιοῦνται μὲ τὴ ἴδια τὴ ζωή τους - ξ έ ν η ζωή τους, ἄ λ λ η, ποὺ δ έ ν τὴ θέλουν νὰ τὴ ζοῦν !.. Ἄν ἠταν δυνατό, χωρίς τὴν ἐξωφρενική μου «ἄλυτη λύση»..- «ἄλυτη» γι' αὐτούς, ἀπ' αὐτούς, «λύση» ὡστόσο γιὰ μένα, μὰ μόνο γιὰ μένα, ἔστω κι ἄν «ἄρση»: Τὰ χέρια ψηλά - κι ἀδιαφορῶ ! Ἄς φέρῃ ἡ αὔριο ὅ,τι θέλει, ὅ,τι περιέχει ! Μπορεῖ νὰ φέρῃ ὅ,τι δ έ ν περιέχει; (Μὰ θάτανε λοιπόν ὅ,τι πιό κ α λ ό ! Ἀλλὰ φέρνει ὅ,τι πιό κακό - κι αὐτό δεχτό !) Ἤ μπορεῖς ν' ἀποσοβήσῃς ὅ,τι δ έ ν ὑπάρχει, δέ «σοβεῖ» μὲ κανένα τεκμήριο;.. Πές πὼς «ὑποδέχεσαι» λοιπόν - πὲς πὼς «σπίτι σου» τὸ χάος, ὅπου μέσα τίποτα δέ σὲ ρωτᾶ γιὰ νάρθῃ ἤ νὰ σ' ἐγκαταλείψῃ... Δέξου ὅ,τι ἔχει κάθε μέρα - ποὺ ἄ λ λ η δέ μπορεῖς νὰ φέρῃς...
    Ἀπόπειρα συνεννοήσεως..- ποῦ τὸ βρῆκα ! πῶς τὸ τολμάω !.. Καὶ δίχως μιάν ἰδέα τῆς προκοπῆς στὸ νοῦ μου, ἕνα σχέδιο ! Δέν ξέρω τίποτα - τί πρέπει νὰ κάνω, πῶς νὰ σκεφτῶ γιὰ τὴν ἀπόπειρά μου !.. Πές: Νὰ τὰ βάλω ὅ λ α κάτω, κ' ἕνα-ἕνα νὰ τὰ ἐξετάσω, μὲ μυαλό ποὺ θὰ φροντίζω νάναι ὅσο γίνεται καθαρό, ἀνεπηρέαστο !.. Μὰ ποιά ὅ λ α ; Τὰ ξέρω γώ ὅ λ α ; Ἕν' ἀπειροστό κατέχω - καὶ μὲ κατέχει καὶ δαῦτο, καὶ καταλήγουμε νὰ μήν κατέχω κἄν τί μὲ κατέχει... Μὲ ποιά σκέψη λοιπόν, μὲ ποιό σχέδιο;..
    Πιό καταδικασμένη προσπάθεια δέν μπορῶ νὰ βρῶ !
   Μὰ μπορεῖ γ ι' α ὐ τ ό ἴσα-ἴσα νὰ τὴ σκαρφίστηκα. Δέν εἰμαι δά κ' «εὐχαριστημένος ἀπ' τὸν ἑαυτό μου», νὰ τοῦ καλοφέρνουμαι΄ ψάχνω, λοιπόν, κι ὅλο βρίσκω, τρόπους νὰ τὸν παιδεύω, νὰ τοῦ κάνω λέω -- θὰ μποροῦσα νὰ πῶ -- τὴ ζωή ἀ β ί ο τ η !.. Μπά ! Κοροϊδεύουμαι !.. Αὐτός θ η ρ ί ο - τίποτα δέν παθαίνει ! Μαρουλάκια ὅλ' αὐτά - τὰ μασάει, ὁ ρινόκερος ! Κι ἄλλα ! λέει. Γιομᾶτα καρφιά, ξυραφάκια - ἔχει ἄλλα; λέει. Μόνος τρόπος νὰ τὸν σκοτώσω, εἶπα, ν ὰ σ ᾶ ς τ ὸ ν π α ρ ά δ ι ν α ! (Μοῦπε κάτι ἀνάλογο κάποιος κολασμένος φίλος μιά φορά: Δέν ἀφήνεις κάποτε καὶ νὰ νικηθῇς ; Θὰ σοῦ κάνῃ καλό - ναί, ποὺ σοῦ λέω !..) Δηλαδὴ ἀ λ η θ ι ν ό νὰ σᾶς τὸν παράδινα, μισητό κι ἄσκημο, καθὼς ἐδῶ μοῦχει κάτσει μὲ τὴν καλωσύνη σας νὰ τὸν ἀγαπᾶτε καὶ νὰ μή βρίσκῃ ἕνα τέλος ὁ «ἔρωτάς» μας !.. Ἀστειεύομαι ; Ὄχι ! Μιλάω σοβαρά, σοβαρώτατα ! Δηλαδή, νά ! -- θαυμάστε «συνέπεια», στὸν ἐσωτερικό «λόγο» «τετραπέρατου» λέει ἀνθρώπου ! -- ἡ σκέψη μου γιὰ τὴ συνεννόηση ἐκβράζεται ἐντέλει σὲ ἀπίθανη «ἀκτή»: Διηγήσου, ἄς ποῦμε, τί τράβηξες ἐσύ, ὁ ἕνας -- τὸ ἀπειροελάχιστο, τὸ τίποτα -- ὅσο νὰ βγάλῃς ἀπ' τὴ μέση ὁλότελα τόνα σκέλος, καὶ νὰ τραβιέσαι ἀκόμα ἔτσι !.. Δηλαδή, μὲ ποιά κατηγορία τοῦ λόγου αὐτό πάει πουθενά ; Ποιό σχέδιο, ποιά λογική, φέρνει ἀπ' αὐτό σ' ἐκεῖνο, κι ἀπὸ κεῖνο στὸ ἄλλο ; «Φ ῶ ς εἶναι» μᾶς λέγαν «τὸ α ἴ τ ι ο ποὺ προκαλεῖ τὸ αἴσθημα τῆς ὁράσεως» ! (Χαιρέτα μου, παναπῆ, τὸν πλάτανο ! Κι ὅλ' οἱ ὁρισμοί παραπλήσιοι - ἅμα δέ βαριέσαι νὰ ψάξῃς στὸ λεξικό ἤ στὰ ἐγχειρίδια.) Μὰ ἐγώ ποτέ μου δέν κατάλαβα γιατί αὐτό τ' ἄχαρο ἀστεῖο. Δηλαδή, τὰ χ ω ρ ί ζ ο υ μ ε πρῶτα -- κρυφά, σὲ φάση ἄρρητη: «ἄ λ λ ο τὸ φῶς, ἄ λ λ ο τὰ φαινόμενα΄ ἄ λ λ ο ἡ ὅραση, πούναι νὰ βλέπῃς, κι ἄ λ λ ο τὰ ὅρώμενα», σά νὰ μποροῦσες, τάχα, νὰ βλέπῃς, δίχως τίποτα νὰ βλέπῃς ! -- κ' ὕστερα, στὸ φανερό, τὰ ἑ ν ώ ν ο υ μ ε, κάνοντας τὸ «μάγο» μὲ τὰ περιστέρια ἀπ' τἀ μανίκια, καὶ λέμε -- σ' «ἔκθαμβους» ὑποθετικά -- «αὐτό εἰν' αὐτό κ' ἐκεῖνο ἐκεῖνο» !.. Κακόγουστες ταυτολογίες, ἐ ν ῶ δ ρ ό μ ο δ έ χ α ρ ά ξ α μ ε π ο τ έ -- δέν ηὕραμε, δέ μᾶς δόθηκε, δέ μᾶς ρίχτηκε ἀπ' τὸν οὐρανό -- ν ὰ φ έ ρ ν ῃ ἀ π' α ὐ τ ό σ ὲ κ ε ῖ ν ο !..
    Μὰ τὸ δεχτήκαμε, ἔ; Τόπαμε λογική -- τὸ «αὐτό» μὲ τὸ «αὐτό» [σὰ νάχαμε δῆθεν φύγει ἀπ' «αὐτό», καὶ ξαναρχόμαστε (θριαμβευτές) τώρα σ' «αὐτό», τάχα «γνωστό μας» πιά !] -- καὶ μ'αὐτό ριχτήκαμε στὴ «δουλειά» !..
    Φυσικά, ἡ συνείδηση δέν τὰ χάβει - καὶ νά ἡ «διάσταση» (ἀπ' αὐτό ἀπώτερα ὅλη ἡ «διάσταση»), καὶ τώρα ἐγώ: «γιὰ τὴ συνεννόηση» !
    Ποιά συνεννόηση ;..
    Τουλάχιστον, λοιπόν, ἐγώ δέ θὰ πῶ τὰ γνωστά ψέμματα: δέ θὰ παραστήσω τὸν «λογικό», τὸν τσαρλατάνο μὲ τὰ περιστέρια. Σ' αὐτό τὸ θηριῶδες τσίρκο δέν ἔχω νὰ παίξω κανένα «νούμερο». Ἔτσι, μονότονος, βαρετός -- μ' ὅλους νὰ διερωτῶνται «τί παραστένω λοιπόν», κ' ἐγώ μήν παραστένοντας τ ί π ο τ α -- οὔτε κλόουν οὔτε «σπιρτόζος» οὔτε «βλάκας» ἤ «ἀφελής» ἐκ προθέσεως» -- μεγάλο τέχνασμα τοῦ Ντοστογέβσκι, ὅλο νὰ δηγιέται σὰν «ἀφελής» ἤ «περίπου βλάκας» (ἤ τοῦ Κάφκα: σάν «ἀδαῆ», περίπου «ἀγνῶτα τοῦ κόσμου» τὸν ἥρωά του !) -- καὶ δέ σκοπεύω τίποτα «νὰ παίξω». Μὲ φτωχότατη μόνο ἰδέα στὸ νοῦ μου -- παραμύθησέ τους !(μ' ὅ,τι φυσικά ἐγώ ἐχω μέσα μου, ποιός ἄλλος-- πασκίζω μάταια, μάταια, «γελοῖος» προφανῶς -- τί «θέαμα» ὁ κόσμος, τί στραφταλιστές εἰκόνες, κ' ἐγώ: οὔτε κόλλες σωστές γιά 'ναν χαρταετό, ποὺ τρύπιον μοῦ τὸν διαπερνᾶ ὁ ἀέρας καὶ δέ σηκώνεται -- ὅμως ἀ λ ή θ ε ι α παραμυθητικός, παλεύοντας ὁ ἀνόητος, ὁ ἀξιολύπητος, γιὰ «συνεννόηση», γλυστρῶντας, πέφτοντας, κάτω ἀπὸ βλέμματα λαίμαργα γιὰ ἀκροβάτη, γιὰ τὶς ψηλές αἰῶρες δίχως δίχτυ, γιὰ πήδημα θανάτου συνταραχτικό !..

    Ὅλα ὅμως εἶναι δ ί χ ω ς δ ί χ τ υ - ἔννοια σας ! Κάτω ἀπὸ σᾶς, κάτω ἀπὸ μένα: κ α ν έ ν α δ ί χ τ υ ! Τὰ δίχτια, ὅλα, ποὺ κυνηγᾶτε -- λεφτά, δύναμη, ἀσφάλεια, ἀγάπη -- θὰ σᾶς πᾶν «μὲ δίχτυ» μ ό ν ο ὥς τὴν πιό ψηλήν αἰώρα. Α ὐ τ ο ῦ ὅμως: δ ί χ ω ς δίχτυ - ποτέ μὲ δίχτυ ! (Κι ὅλο: στὴν πιό ψηλήν αἰώρα κρέμεστε..- μόνο μήν τὸ σκεφτῆτε !..)
     Νά ἡ «διάσταση»: ποὺ καὶ τὸ σκέφτουνται !
     Κ' ἐγώ τοὺς κλαίω: τὸ «δίχτυ», ὅλο, νὰ πλέκουν -- σ' αὐτό πάνω νὰ κοιμοῦνται, σ' αὐτό τὰ δάχτυλά τους ὅλα γαντζωμένα μήν τοὺς τ' ἁρπάξουν (ποιός; τί νὰ τὸ κάνῃ Αὐτός ποὺ τοὺς προσμένει στὴν πιό ψηλήν αἰώρα β έ β α ι ο ς  -- κι ὡστόσο αὐτό νὰ σκέφτωνται΄ κρυφά νὰ σκέφτωνται: πῶς χωρίς δίχτυ;..
     Λοιπόν, σάλπιγγες -- ἑφτά ἀσημένιες σάλπιγγες ! -- ἀναγγέλουν θριαμβικά:
»»»»»»»»»»»»»»»»»» Τὸ δίχτυ ! ««««««««««««««««««
  Ντυμένοι οἱ σαλπιγκτές στὰ ὁλόασπρα, μὲ χρυσά κουμπιά καὶ γούνινα μποττίνια, στέκουν στὴ σειρά στητοί, μὲ τὶς σάλπιγγες ψηλά ἀνατεταμένες, καὶ σαλπίζουνε στὸν οὐρανό:
»»»»»»»»»»»»»»»»»» Τὸ δίχτυ ! ««««««««««««««««««
    Ἐγώ φτωχός, κουρελής, ἔτσι ποὺ μὲ παίρνουν ἐργάτη τῆς σκηνῆς, στοὺς μακαράδες, πόσες φορές δέν ἄρχισα τὸ «νούμερο» -- κάποιο «νούμερο» πάσκισα νὰ σκαρώσω, μήπως μ' αὐτό τοὺς ἔδινα νὰ καταλάβουν πὼς δέν ἐπρόκειτο γιὰ «νούμερο» -- καὶ πνίγηκα κάτω ἀπὸ χάχανα !.. Ὅ,τι ἔκανα, τόβρισκαν «ἀστεῖο» ! (Μὲ παραλλαγές: Κάποιοι «παράδοξο». Ἄλλοι «συμβολικό». Ὅλοι «ὁπωσδήποτε ἐνδιαφέρον» !) Κι ὅλα, φυσικά, «παραμυθητικά μου» -- μ' ἕνα βαθύτερο ἔνστικτο τοῦ κοινοῦ, πὼς «ἔτσι κάνουν γιὰ νὰ προκαλέσουν» -- ὅσο νὰ βρῶ βέβαια τὴ δύναμη τοῦ «νούμερου» τοῦ ἴδιου, ποὺ φαντάζονταν «διαβολικά κρυμμένο» ἐκ μέρους μου, ποιός ξέρει σὲ ποιά δίπλα τῶν κουρελιῶν μου, σ' ἀπρόσμενη στιγμή ὁπωσδήποτε μελλούμενο τάχα νὰ ξετυλιχτῇ ἀπότομα, τὸ «ἀληθινό» πιά «νούμερο» : τὸ Δίχτυ μὲ τ' ὄνομα, ὄχι τ' ἀστεῖα κι ἄγαρμπα «ὀρεχτικά» του !.. Κι ὅσο πιό «ἄγαρμπα» (καθό ἀ λ η θ ι ν ά) τόσο πιό «καλοδιαλεγμένα» -- καὶ «μέσα στὴν παράδοση τῶν κλόουν» (ποὺ κατάγονται «γραμμή ἀπ' τοὺς τραγικούς τροβαδούρους») -- τάβρισκαν !
    Ἔφτασε νὰ μήν μπορῶ νὰ κάνω τίποτα ποὺ νὰ μήν τὸ βρίσκουν «μὲ νόημα» συνδεδεμένο πρὸς τὸ μελλούμενο Δίχτυ ! Λίγοι δυσανασχετοῦσαν - μὰ κατάλαβα πὼς γιὰ νὰ βαστᾶν τὰ μπόσκα στοὺς ἄλλους ποὺ τοὺς διαβεβαιῶναν: «Θ' ἄρχίσῃ, τώρα θ' ἀρχίσῃ !.. Κοίτα ! Μή χάνῃς οὔτε κίνησή του - γιατι ἔτσι ἀρχίζει αὐτός: ὕπουλα κι ἀνεπαίσθητα!.. Ἡ παράδοση τῶν μεγάλων κλόουν εἶναι νὰ χάνεται ἡ ἀρχή τοῦ νούμερού τους: τὸ κοινό νὰ μ ή μπορῇ νὰ προσδιορίσῃ πότε καθαυτό ἄ ρ χ ι σ ε, ὥστε νὰ μή μπορῇ καὶ νὰ τὸ διηγηθῇ μετά σὲ κανέναν τ ὸ τ ί ε ἶ δ ε, ὅπως στὰ μεγάλα μυθιστορήματα: τὸ π ε ρ ὶ τ ί ν ο ς πρόκειται !..»
   Ἔ λοιπόν στὸ τέλος βαρέθηκα, ἀπελπίστηκα, βρῆκα δύναμη ἀδιαφορίας γιὰ τὸ θάνατό μου, καὶ τὸ ἄρχισα:
    Κάθησα χάμω - καὶ περίμενα νὰ δῶ τί θὰ κάνουν !
   Ξέσπασαν σὲ φρενιτιώδη χειροκροτήματα, γελοῦσαν, χτυπιόντουσαν, φώναζαν κι ἄλλο! κι ἄλλο! - ἐνῶ κάμποσοι τοὺς λέγαν: «Ἔ, ἀφῆστε νὰ κάνῃ κάποτε καὶ τὸ νούμερο΄ γιατὶ αὐτός εἶν' ἱκανός νὰ μᾶς κάνῃ νὰ γελάμε ὥς τὸ τέλος τῆς παράστασης γιὰ τὸ δίχτυ, καὶ νὰ μή φτάσῃ σ τ ὸ ἴ δ ι ο τὸ δίχτυ ποτέ !» («Τόχει κάνει, τόχει κάνει κιόλας πολλές φορές !» πρόσθεσαν ἄλλοι. «Εἶναι μυστήριος καλλιτέχνης - καὶ γι' αὐτό καὶ τὸ νούμερό του τόχουν πράγματι ἐκτός προγράμματος: ἄ ν τ ύ χ ῃ καὶ τὸ κάνῃ ! Εἴδατε, δ έ ν τὸ γράφουν !» Κι ἄνοιγαν τὰ προγράμματα, ἔδειχναν πὼς π ο υ θ ε ν ά δέ γραφόταν...)
    Μὰ δέν ἔχουν τέλος οἱ ἱστορίες μὲ τὰ τσίρκα... Καὶ σχεδόν δέν ὑπάρχει συγγραφέας, σκηνοθέτης, ποὺ νὰ μήν ἔστησε κι ἀπόνα τσίρκο κάποτε, μὲ ἱστορίες μ έ σ α ἤ  γ ύ ρ ω ἀπὸ δαῦτο... Ἡ συνθήκη ἀβαντσάρει: τὰ σκοινιά, οἱ αἰῶρες΄ τὰ θηρία, ποὺ δ έ ν παίζουν΄ τὰ πρωϊνά, ποὺ δ έ δίνεται παράσταση, ἀλλὰ τραβᾶνε καὶ τότε, πολλές φορές, τὸ σκοινί, τὸ δίχτυ μαζεύεται, καὶ γίνουντ' ὅλα στ' ἀλήθεια, γιὰ ἐξάσκηση, ὥστε τὸ βράδι, στὰ ψέμματα, νάναι ἱκανώτεροι - κ' ἔτσι δ έ ν ξέρεις καὶ ποῦ εἶναι φοβερώτερα; ἀληθινώτερα; στὶς δοκιμές ἤ στὴν παράσταση; μὲ κοινό ἤ χωρίς; μὲ δίχτυ (ποὺναι ψέυτικο) ἤ δίχως (ποὺν' ἀληθινό);..

    Κ' ἔπειτα δέ σκοπεύω, στὰ σοβαρά, νὰ σᾶς παίξω τὸ νούμερο, μὲ κανένα τσίρκο -- οὔτε τῶν Ἀγησιλαίων, οὔτε τῆς Ἱστορίας (εἴτε ἄλλης εἴτε αὐτοπροσώπως) -- ὅσο «ελκυστικό» καὶ νάναι. Ἐγώ, γιὰ ἐντελῶς συγκεκριμένο λόγο ἀνάφερα τὸ τσίρκο: ἴσα-ἴσα γιὰ νὰ πῶ, πὼς δ έ ν π ρ ό κ ε ι τ α ι γ ι ὰ «ν ο ύ μ ε ρ ο»΄ πὼς ἐπιτέλους δέν πρόκειται, καὶ γιατί, πρίν ἀδιαφορήσω γιὰ τὸν θάνατό μου, τόσα «νούμερα» ποὺ πάσκισα νὰ σκαρώσω, καὶ νὰ πάω πέρα, μήπως μ' αὐτά κατάφερνα ἕνα εἶδος («συμβολικῆς» ἔστω) συνεννόησης, κανένα δέν ἀξιώθηκα νὰ τελειώσω, οὔτε νὰ προχωρήσω καλά-καλά, πέρ' ἀπ' τὴν ἐντελῶς πρώτη σύλληψή του, κι αὐτό ἀπὸ ἀνίατη πεποίθηση στὴν ἀλήθεια: κάθε τόσο διέκοπτα κι ἀποπειρώμουν νὰ «διορθώσω» τὶς ἀντιδράσεις τοῦ κοινοῦ: «Ἐδῶ γ ε λ ᾶ ν !» τοὺς ἔλεγα. «Τὸ παίρνουνε τοῖς μετρητοῖς τὸ καλαμπούρι, κ α ὶ γ ε λ ᾶ ν ! Δέν κάνουν αὐθαίρετες ὑποθέσεις: μήπως εἶναι συμβολικό καὶ τὰ ρέστα, ποὺ νὰ τοὺς φέρνουν ἀναίτια δάκρυα, τζάμπα καὶ βερ'σέ !» «Κ' ἐδῶ δ έ γ ε λ ᾶ ν πάλι - κι ἄς εἶν' ἡ ἴδια πρόταση΄ μόνο στὶς λέξεις εἶν' ἡ ἴδια, στὶς συλλαβές, σ' αὐτό ποὺ ἀκούγεται΄ μ ὰ  ὄ χ ι  κ α ὶ  σ τ ὶ ς  ἀ ν ά μ ε σ α       σ ι ω π έ ς..- καταλάβατε; Γι' αὐτό, ἐ δ ῶ κ λ α ῖ ν -- τὸ πολύ-πολύ (ἄ ν μποροῦν πιά καὶ νὰ κλάψουν) -- ἤ σωπαίνουν...» Κι αὐτοί μὲν γελοῦσαν στὴν ἀρχή περσότερο μὲ κάτι τετοια -- τὰ τσίρκα ἦταν τ σ ί ρ κ α , κ' ἔπαιρναν πάντα τὸ «νούμερο» γιὰ «κωμικό» -- ἀλλὰ μ' αὐτές τὶς διακοπές στὸ τέλος -- διακοπές τῆς αἰσθητικῆς συνέχειας (βάλτε μὲ τὸ νοῦ σας τί «ἐγκλήματα καθοσιώσεως») ξόν κι ἀπὸ πιό ἐξοργιστικές ἐπεμβάσεις τοῦ συγγραφέα, τὴ μιά πάνω ἀπ' τὴν ἄλλη -- κάποιοι μισοξύπναγαν, βλέπαν τὰ σκοινιά, τὶς αἰῶρες, τὴν ἐλλειψη οἱουδήποτε διχτιοῦ ἀπὸ κάτω, συνελάμβαναν τ' ἦταν νὰ γίνῃ -- ὅτι μ ή κ λ ό ο υ ν, μ ή ἀ κ ρ ο β ά τ η ς, θὰ πηδοῦσε ἀκόμα κι ἀπ' τὴν πιό ψηλή αἰῶρα, γιὰ νὰ τοὺς εἰδοποιήσῃ πὼς δέν ἠταν νούμερο καὶ ποτέ δέν ὑπῆρχε δίχτυ κάτω ἀπὸ κανέναν (πέρ' ἀπ' τὶς πολύ μικρές ἡλικίες, γιὰ νὰ μήν πῶ: μόνο τὶς βρεφικές, καὶ πάλι νὰ δοῦμε΄ ὄχι γιὰ ὅλους !) -- ὁπότε ἀνατρίχιαζαν, τόβαζαν στὰ πόδια, φωνάζοντας (γιὰ νὰ καλύψουν τὴν ταραχή τους) : ...Ἔ, δέν εἴπαμε καὶ σ τ ὰ σ ο β α ρ ά !.. Ἤρθαμε ν ὰ δ ι α σ κ ε δ ά σ ο υ μ ε - ὄχι σὲ κηδεία !..
   Καὶ τὰ «νούμερά» μου λοιπόν ὅλ' ἀπότυχαν -- λόγῳ φυγῆς τοῦ κοινοῦ ἀπὸ κηδεία κι ἀλήθεια (φταίω, φυσικά, ποὺ διάλεγα γιὰ «θέμα» τους τὴν «ἀλήθεια», ταυτόσημη πάντα μὲ τὴν «κηδεία») -- καὶ διάθεση ἀλήθεια πιά δέν ἔχω γιὰ τὴν παραμικρότερη ἀναβολή ! Κι οἱ σαλπιγκτές σαλπίσανε -- μάλιστα ἑφτά φορές μὲ τὶς ἑφτά τους σάλπιγγες -- κ' ἐγώ βαρέθηκα νὰ κάθουμαι χάμω περιμένοντας νὰ καταλάβουν ἀπ' τὴ σιωπή μου περὶ τίνος πρόκειται -- αὐτοί ἐξακολουθοῦν νὰ γελᾶν, νὰ τὸ βρίσκουν ξεκαρδιστικό ἀστεῖο ! -- καὶ σηκώνουμαι καὶ τραβάω στὰ σκοινιά: «Νά τὸ δίχτυ !» λέω. «Τὸ βλέπετε;.. Εἶν' ἀρκετά γερό, γιὰ νὰ σηκώσῃ κ' ἐλέφαντα - πόσῳ μᾶλλον ἄνθρωπο, κι ἄς εἶναι κι ἀπ' τὴν πιό ψηλήν αἰώρα !.. Ἕνας μαθηματικός ἀπὸ σᾶς μπορεῖ ἀμέσως νὰ ὑπολογίσῃ τὴν ἀναλογία: τί βαραίνει ἐλέφας ὄχι ἀπὸ αἰώρα, τί ἄνθρωπος νὰ πέφτῃ ἀπὸ κεῖ ψηλά !» Καὶ τοὺς ἔδειξα στὸ μαῦρο χάος τὴν κορφή τῆς πελώριας σκηνῆς τοῦ τσίρκου, ποὺ χάνονταν πέρα κι ἀπ' τὰ πιό μικρά φῶτα, ποὺ παράστεναν τ' ἄστρα τάχα στὸν οὐρανό...
   Τὸ κοινό, λοιπόν, πάλι ἀνατριχιάζει. Πάλ' εἰν' ἕτοιμο νὰ σκορπιστῇ, νὰ φύγῃ..- δέν ἤρθαμε γιὰ κηδεία, νὰ πῇ, δέν ἤρθαμε γι' ἀλήθεια !
   Πρέπει, ἄρα, κάτι πάλι νὰ κάνω, γιὰ νὰ μείνῃ; Λογουχάρη: νὰ φάω ἕνα μῆλο, ἁρπαχτά, μὲ τὰ φλούδια; Ἔχω ἕνα στὴν τσέπη μου..- θὰ γελάσουν;.. Ἤ κι αὐτό θὰ τὸ πάρουν «συμβολικό» : πὼς «ἐννοῶ», τάχα, «τὴ Γνώση»; Θὰ ποῦν πάλι δέν ἤρθαμε σὲ κηδεῖες -- καὶ δέ θάχουν ἄδικο ! -- ἤρθαμε μ' ὅλη τὴν ἁγνότητά μας, καὶ μὲ προαιώνιο λοιπόν μῖσος προπαντός γιὰ τὰ μ ῆ λ α !..
   Ἔσκασαν καὶ μ' αὐτό στὰ γέλια !
    Δέν ἔχω παρὰ ν' ἀνεβῶ !.. Γελάσουν, κλάψουν - μόνο ν' ἀνεβῶ !
    Κι ἀπὸ κεῖ ψηλά, ὄχι ἀστεῖα, ὄχι σάλτσες, ὄχι περιττά κόλπα καὶ συνήθη ἀκροβατικά ψευτοπηδήματα -- σφίξιμο στὴν καρδιά, σταμάτημα τῶν σφυγμῶν, κ' ὕστερα... ὤπ! στὴν ἄλλη αἰώρα, πούρχεται ζυγιασμένη ! -- παρὰ κ α τ ε υ θ ε ῖ α ν, ὄχι πρὸς κ α μ μ ι ά ἐρχόμενη νὰ μὲ συναντήσῃ αἰώρα,  κ α τ ε υ θ ε ῖ α ν   π ρ ὸ ς   τ ὸ  μ ή   δ ί χ τ υ -- ὅ,τι ἀκριβῶς ὀνομάζουν «ἀλήθεια», «κηδεία» (δέν ἤρθαμε γι' αὐτά ! φεύγουμε ἀπ' αὐτά !) -- ναί,  ἀ κ ρ ι β ῶ ς  ἀ π' α ὐ τ ά  νὰ τοὺς κάνω προτροπάδην        ν   ὰ φ ύ γ ο υ ν, ἀφοῦ γιὰ τσίρκο, μόνο γιὰ τσίρκο δέν πρόκειται, καὶ πρέπει ν ὰ  ε ἰ δ ο π ο ι η θ ο ῦ ν !..
  Πάλι χαχανίζουν - καὶ μὲ τὶς διπλές μου λέξεις, καὶ μὲ τὶς πολλαπλές τους σημασίες !..
  Δέν ὑπάρχει τρόπος νὰ εἰδοποιηθοῦν λοιπόν;.. Τόσο κατωχυρωμένα ἀνυποψίαστοι;..
  Ἤ μήπως εἶν' εἰδοποιημένοι, λαμπρά, μές ἀπ' τὸ πρόγραμμα, ποὺ μὲ χτυπητά στοιχεῖα, ἐντός πλαισίου, τοὺς κάνει τὴν παράξενη γιὰ τσίρκο δήλωση -- θεωρεῖται, ἄλλωστε, ἡ μεγάλη του διαφημιστική ἐπιτυχία (ἐξ οὗ κ' ἡ συρροή τοῦ κόσμου) -- ὅτι:
----------------------------------------------------------------------------------------
 Μεταξύ τῶν σκηνῶν τοῦ προγράμματος

ὑ π ά ρ χ ε ι  κ α ὶ   μ ί α  ἐ ν τ ε λ ῶ ς π ρ α γ μ α τ ι κ ή !

Δέν τὴν ἀνακοινοῦμεν, διὰ λόγους δημοσίας  τάξεως΄

εἶναι ὅμως ἀ λ η θ ῶ ς -- τὸ  έγγυώμεθα -- σ υ ν τ α ρ α κ τ ι κ ή !
------------------------------------------------------------------------------------------
       Ἄρα: φ ό ν ο ς νὰ γίνῃ, εἶν' εἰδοποιημένοι !.. Θὰ χειροκροτήσουν κατευχαριστημένοι: Τὸ εἶδαν, ὄ ν τ ω ς, νὰ γίνεται !


     Α ὐ τ ο κ τ ο ν ί α νὰ γίνῃ..- πάλι ! Ἔ γ ι ν ε, πράγματι !.. [Τίμιο τσίρκο !.. («Μὰ εἶναι ἀπ' τἀ μεγαλύτερα τῆς Εὐρώπης !..» «Τ ο ῦ κ ό -σ μ ο υ ! Ὄχι τῆς Εὐρώπης μόνο !..» «Ναί ! Τοῦ κόσμου, πράγματι !»)]


      Πάλι γελᾶν !.. Κτηνωδῶς «εἰδοποιημένοι» !


     Ἔτσι ποὺ καμμιά «εἰδοποίηση» πιά, ὁσοδήποτε «συναρπαστική», «ἐκπληκτική», «συνταρακτική», νὰ μή μπορῇ στ' ἀλήθεια νὰ τοὺς βγάλῃ ἀπ' τὴν ἀσήκωτη ἀνία τους !
    Πόλεμοι διατρέχουν τὴ σκηνή..- καὶ κοιτᾶν ξάφνου ἀ λ λ ο ῦ: ποὺ ἕνας δίνει φάπες στὸ συμπότη του γιατὶ τοῦ κλέβει λέει τὸ κρασί ! (Ἔχει πῇ, στὴν ἀρχή, πὼς εἶναι μεθυσμένος, καὶ νὰ τὸν συγχωροῦν, γιὰ ὅ,τι ἄγαρμπο τυχόν κάνῃ. Αὐτό τοῦχει ἐξασφαλίσει τὸ ἐλεύθερο νάναι ἠθοποιός δεκάτης κατηγορίας καὶ νὰ παραστένῃ τὸν «μεθυσμένο» κατηγορίας πρώτης. Ἔχει δηλώσει κιόλας πὼς εἶναι καὶ ἠθοποιός «ἐποχῆς» - ὅπου πίναν σὲ τέτοια μεγάλα κύπελλα τὸ βαρύ κρασί γιὰ τοὺς ὑποτιθέμενα γενναίους !..)
    Φόνοι γίνονται -- κατὰ ὅλους τοὺς δυνατούς τρόπους -- καὶ λέν: «Ἀστεῖα γραβάτα ποὺ φόραγε !» (Ποιός; Ὁ δ ο λ ο φ ό ν ο ς, ποὺ μὲ δαύτην ἔπνιξε τὸ θῦμα !..)
   Αὐτοκίνητα τρακέρνουν, ἀναφλέγονται, φέρνουν τοῦμπες στὸν ἀέρα, διαλύονται..- κι αὐτοί λέν: «Πολύ φροντισμένα τὰ παρτέρια, ἐνδιάμεσα, μὲ τὶς πιγκόνιες !..» (Εἶναι δέ τὰ παρτέρια: ν ά ι λ ο ν «παρτέρια», ποὺ τὰ μεταφέρουν ἐργάτες σκηνῆς, λίγο πρίν ἀπ' τὰ «νούμερα», ἀπ' τὶς ἀποθῆκες στὸ πράσινο βαγόνι.)
   Λοιπόν, π ο ι ά «συνταρακτική παράσταση» ;
   Δέν ἔχω ἄλλο σχέδιο ! «-- Ἡ πραγματικότητα», τοὺς λέω, «κρατεῖ τὰ σκῆπτρα σ' ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ σχέδια, καὶ σ' ὅ λ α τὰ πλάνα !..»
    (Ξεκαρδίζονται.)
--... Δέν ὑπάρχει φαντασία ποὺ νὰ τὴ συναγωνίζεται !..
     (Κυλιοῦνται χάμω, σπαρταρᾶνε.)
--... Δέν ὑπάρχει, φωνάζω (μὲ κατακαλύπτει ὁ ὀρυμαγδός), δέν ὑπάρχει «νούμερο» πραγματικό, κατὰ τὴ «δήλωση» !..
     (Οὔτ' αὐτό ἀκούγεται.)
--... Ὅλα εἶναι πλαστά, ψεύτικα !..
   Τότε σωπαίνουν. Αὐτό ἀκούστηκε !
   Κάποιος σηκώνεται ἀπ' τὰ μπρός καθίσματα, βγαίνει στὴ σκηνή, μὲ πλησιάζει, καὶ -- σά νὰ παίζουμε «νούμερο» πράγματι, προμελετημένο ( καὶ θέλω κ' ἐπ' αὐτοῦ νὰ εἰδοποιήσω τὸ κοινό, νὰ μή νομίζῃ) -- καὶ στραμμένος στὸ κοινό μοῦ λέει (δηλαδή γυρεύει καὶ τὴ γνώμη τοῦ κοινοῦ΄ γι' αὐτό, τὸ ὕφος του, μ' ὅλο ποὺ δογματικό, εἶναι τάχα καὶ σάν ἐρωτηματικό, πρὸς ἐμένα, ἐκ μέρους ὅλου τοῦ κοινοῦ - μοῦ δίνει τελευταία εὐκαιρία «νὰ σωθῶ», ἄ ν θέλω) :
-- Ἐμεῖς ὅμως ὅλοι εἴμαστε πραγματικοί, ὄχι ψεύτικοι !.. Πληρώσαμε πραγματικά λεφτά τὰ εἰσιτήρια, βγαλμένα μὲ πραγματικόν ἱδρῶτα μας ! Ἡ «δήλωσις» ἀποτελεῖ «σύμβασιν» ! Καὶ μονομερής καταγγελία τῆς συμβάσεως (ὅπως εἶναι καὶ τὰ εἰσιτήρια στὰ δημόσια ὀχήματα) δέ νοεῖται !.. Ὀ φ ε ί λ ε τ ε  ν ὰ  μ ᾶ ς  π ά τ ε  ἐ κ ε ῖ  π ο ὺ γ ρ ά φ ε ι  τ ὸ  ε ἰ σ ι τ ή ρ ι ο !..
-- Ἔ, λοιπόν, νὰ σᾶς πάω !.. ἀποκρίνομαι. Ἐλᾶτε, ἐπιτέλους, νὰ σᾶς πάω !.. Μ' ὅλο ποὺ..- τὸ ξέρετε ; εἶν' ἕνα παλιό πικρό τραγούδι:


     Πάντα στὴ ζωή
     αὐτός ποὺ βλέπει
     τὸ θάνατο ἄφοβα
     ὁδηγεῖ τοὺς ἄλλους
     σ τ ὸ μ α ν τ ρ ί
     γ ι' ἄ ρ μ ε γ μ α !..


   Τὸ ξέρατε ;.. Μὰ ἐλάτε, λοιπόν ἐλάτε !.. Νά ! Ἔχω καὶ φλογέρα ! (Καὶ βγάζω μιά ἀπ' τὴν τσέπη μου, ἀνακατωμένη μὲ τρίμματα μές στὰ κουρέλια μου.) Φρεσκοκομμένη μόλις ἀπ' τὶς καλαμιές (ξεκαρδίζουνται) στὸν ὄχτο, καθὼς πᾶμε...-- (Μὲ βρίσκουν «καὶ λυρικώτατο» !..)
     Κι ἀρχίζω, μή ξέροντας π ῶ ς νὰ τοὺς πάω, π ο ῦ νὰ τοὺς πάω, γ ι α τ ί νὰ τοὺς πάω -- μή δέ θὰ πᾶν ἔτσι κι ἄλλιῶς ; ἔστω σούρνοντας, σπαράζοντας ! -- γ ι α  τ ί   ν ὰ  μ ή σ ᾶ ς  ἀ φ ή σ ω, θέλω νὰ πῶ, χ ω ρ ί ς κ α μ μ ι ά σ υ ν ε ν ν ό η σ η, οὔτε ἀπόπειρα κἄν συνεννοήσεως, τὴν παραμικρή, «εὐτυχεῖς» ἔτσι «μὲ δίχτυ» - ἀφοῦ, ἔτσι κ' ἔτσι, στὴν αἰώρα μ ό ν ο ι, οὕτως ἤ ἄλλως χ ω ρ ί ς δ ί χ τ υ, γνῶστες εἴτε ἀγνῶτες τ ὸ ἴ δ ι ο κάνει ἐντέλει !..
   Οὔτε στὸ τέλος θὰ τὸ βρῶ τὸ γιατί -οὔτε στὴν ἀρχή τὸ βλέπω, κοιτῶντας πίσω... Οὔτε πάνω, οὔτε κάτω. Οὔτε μέσα, οὔτ' ἔξω.
   Π ε ρ ὶ  τ ί ν ο ς  π ρ ό κ ε ι τ α ι - οὔτ' ἐγώ δέν ξέρω !
   Ἄν ἤξερα, σᾶς ἔπαιζα π ρ ο μ ε λ ε τ η μ έ ν ο «νούμερο».
   Αὐτό ἐδῶ εἶναι «τῆς δηλώσεως», τίμια !
   Π ρ α γ μ α τ ι κ ό - χωρίς ὑπόκριση.
  Οἱ ἄλλοι κλόουν ἔφυγαν... Τὸ κοινό ἔφυγε - δέν πᾶνε σὲ κηδεῖες... Ἔχω μείνει μόνος στὴ σκηνή... Δέν εἶναι σκηνή - χάος εἶναι !.. Νάιλον «συντεταγμένες» τάχα τ' «ὁρίζουν» : Χῶρος, χρόνος, τάδε ἤ τάδε... Μὰ κανένας Χρόνος δέν περιέχει μόνο τὸ Χῶρο ὅπου μὲ συναντᾷ Ἐγώ, καὶ κανένας Χῶρος δέ χωρεῖ στὸ Χρόνο ὅπου τὸν συναντάω Ἐγώ... Ὅλοι οἱ χῶροι κι ὅλοι οἱ χρόνοι, μ' ὅλο ποὺ δοσμένοι στὴ σειρά πάντα, μπερδεύονται στὴ συνείδησή μου, στὴν κάθε μου στιγμή...
    Γι' αὐτό κάθουμαι χάμω, κουρελής, ἀμήχανος, ἄπορος..- καὶ δέν παίζω κανένα «νούμερο», μπρός σὲ κανένα...
   Ἔχω τελειώσει - κι ἀποσύρομαι...

 Θυμοῦμαι τί παίζονταν ! Πόσο ἀγωνιοῦσα !
 Τί σπαταλοῦσα μετέχοντας, ὑποφέροντας...
 Τίποτα δέ χρειάζονταν.
 Οὔτε νάχω ὑπάρξει.
 (Οὔτε καὶ ποὺ ὑπῆρξα χρειάστηκε σὲ τίποτα καὶ γιὰ τίποτα.)
 Ἁπλῶς: Τ ί π ο τ α.
 (Αὐτό 'ταν ὅ λ ο τ ὸ ν ο ύ μ ε ρ ο - κι ὅλο τὸ ἄπειρο...)
------------------------------------------------------------[Κ' ἐδῶ διέκοψα.]



*Απόσπασμα απο το βιβλίο του Ρ. Αποστολίδη «ἡ Ἄλλη Ἱστορία»

Θερμές ευχαριστίες στον κ. Κώστα Κυριακού Χουχουλιδάκη για την επισήμανση και την αποστολή του κειμένου.


Συνέντευξη με την ποιήτρια και συγγραφέα Δρ. Χίβα Παναχί*.

Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις ανθρώπων, που ενώ είναι πλήρως συντονισμένοι με τον παλμό της εποχής τους, ταυτόχρονα βιώνουν στο παρόν, με αυθεντικότητα και υπερηφάνεια, τις αρχαίες σημασίες της πολιτιστικής τους κληρονομιάς. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που κομίζει κανείς όταν έρχεται σε επαφή με την Χίβα Παναχί. Το πνεύμα της ανήσυχο και αυστηρό, η ψυχή της ευαίσθητη και ο λόγος της διανθισμένος από τη μυθική παρουσία της Ανατολής. Την προσωπικότητά της διέπει μια υψηλή αίσθηση δικαιοσύνης και καθήκοντος προς την επιστήμη και την τέχνη, κατ΄ουσίαν προς τον άνθρωπο και την ελευθερία του. Μετά από τις σκληρές δοκιμασίες που πέρασε διαδοχικά στο Ιράν και στην Ελλάδα, οδηγήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, απ΄ όπου σήμερα ατενίζει τον κόσμο με αισιοδοξία και σχεδιάζει τα επόμενα πνευματικά της βήματα.





Σωτήρης Αμάραντος. Σας καλωσορίζω στο 'Πρελούδιο της Σκέψης' και σας ευχαριστώ για την ευγενική ανταπόκριση. Θα ήθελα να ξεκινήσουμε τη συνέντευξη με μερικές βιογραφικού χαρακτήρα ερωτήσεις. Κατάγεστε από μια οικογένεια με ιδιαίτερη κουλτούρα στα γράμματα και στις τέχνες. Θα ήθελα να μας δώσετε ένα γενικό περίγραμμα των πρώτων εκείνων εμπειριών που λειτουργήσαν καταλυτικά στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς σας και βέβαια προετοίμασαν, κατά κάποιο τρόπο, την ενασχόλησή σας με την επιστήμη και την ποίηση.

Χίβα Παναχί.  Θα σας απαντήσω από το τέλος του ερωτήματός σας. Δεν ασχολήθηκα με την ποίηση, αυτή γεννήθηκε μαζί μου, εκπηγάζει από την κορυφαία διάσταση  της ψυχής μου. Είναι το μάτι της αλήθειας μέσα μου που εκφράζεται με μεταφορικές λέξεις και εικόνες. Εγώ κατάγομαι από τον κουρδικό λαό που από αρχαιοτάτων χρονών  πίστευαν πως η τέχνη της δημιουργίας είναι ιερή και άκρως πνευματική. Την ένιωθα έντονα από παιδί και δυσκολευόμουν με το βάρος της, δυσκολευόμουν με τον κόσμο επίσης που μου φαίνονταν μικρός.  Όταν πήγαινα ταξίδια με τους δικούς  μου έβλεπα πως ο κόσμος μας αντιμετώπιζε με μια υπερβολική δόση αγάπης. Κάτι ενοχλήθηκε βαθιά μέσα μου, δεν ξέρω τι ήταν ακριβώς, απλά ήταν αφορμή να μεγεθύνεται ένα σιωπηλό  συναίσθημα μέσα μου. Δεν ήθελα να ζω υπό το φως και τα μεγαλεία των άλλων, αυτή η στάση έγινε τελικά αναπόσπαστο κομμάτι του χαρακτήρα μου.

Η οικογένεια μου συνδέεται με τις μεγάλες αρχαίες πόλεις του Κουρδιστάν. Η μητέρα του πατέρα μου υπήρξε η τελευταία κυβερνήτης πριν τις  νέες καταστροφικές αλλαγές που αφορούσαν τη χάραξη συνόρων στο Κουρδιστάν. Οι οικογένειες των πόλεων μετέφεραν την ιστορία, την παράδοση, χωρίς διακοπή, ζωντανά. Ποτέ δεν ενσωμάτωσαν την κουλτούρα της σκλαβιάς. Ο κουρδικός κόσμος έχει γλώσσα, λογοτεχνία, φιλοσοφία, μουσική, χορό, ζωγραφική, τέχνες και μετά από τις αρχές του 18ου αιώνα, απέκτησε σταδιακά εφημερίδες, φωτογραφία, κινηματογράφο και επιστήμη.

Έτσι η οικογένεια της μητέρας μου έχει αναδείξει επιστήμονες στο χώρο της ιατρικής, καλλιτέχνες στο χώρο της μουσικής, ενώ η οικογένεια του πατέρα μου έχει αναδείξει πολιτικούς, ποιητές, φιλοσόφους και σύνθετες. Ένας θείος μου έχει παγκόσμιας φήμη στο  Καμαντσα, είναι ο Κευχάν Κελχουρ. Ο Τζαφάρ Παναχί που έχει βραβευτεί στο φεστιβάλ κινηματογράφου των Καννών είναι επίσης συγγενής μου. Κάποια μέλη της οικογένειάς μας εκτοπίστηκαν σε άλλες μη κουρδικές πόλεις του Ιράν, πρόκειται για μια γνώριμη τακτική της ιρανικής εξουσίας, η οποία στόχο είχε την αποδυνάμωση των παλαιών οικογενειών των κουρδών και την αποσάθρωση της δομής της κοινωνίας μας.



ΣΑ. Προφανώς, μια έφηβη γυναίκα με τη δική σας κουλτούρα σε ένα θεοκρατικό καθεστώς αντιμετώπισε τεράστιες δυσκολίες ενσωμάτωσης. Πείτε μας λίγα λόγια για τη φύση αυτών των δυσκολιών και τις συνέπειες που είχαν στη ζωή σας.

ΧΠ. Απ΄ όπου κι αν αρχίσει κανείς την κουβέντα γι΄ αυτό πέφτει σ΄ ένα χάος. Απλά  στα παιδικά μου χρόνια με μεγάλωσαν ως άνθρωπο και όχι ως ανθρωπάκο. Το θεοκρατικό καθεστώτος δεν είχε σεβασμό για τη γυναίκα. Είχαν και άλλους λόγους να μας βλέπουν ως εχθρούς, ήταν η καταγωγή μας, το φύλο κλπ. Ποτέ δεν πέρασε ούτε περνά απ΄ την κοινωνική νοημοσύνη των Κούρδων να ενσωματωθούν με τα στοιχεία του φανατισμού, που απαξιώνουν την ζωή του ανθρώπου. Είναι εναντία στην κουλτούρα μας. Διαχρονικά και αδιάκοπα έγιναν μάρτυρες οι συμπατριώτες μου για το αγαθό της Ελευθερίας.

Όσον αφορά εμένα, είχε προηγηθεί η πολιτιστική μου συμμετοχή στα Κουρδικά Γράμματα, με απασχόλησε ιδιαίτερα το ζήτημα της ελευθερίας των γυναικών, το οποίο μου χαράχτηκε στη σκέψη και συνέθεσε μέσα μου το νόημα της αλήθειας της ζωής. Αυθόρμητα και πηγαία ξεκίνησε και η συμμετοχή μου στο «Νέο- φεμινιστικό κίνημα». 

Άλλα αυτό δημιούργησε ταραχή στους κόλπους της εξουσίας. Ήμουν μόνο 16 χρονών όταν δημιούργησα με άλλες τρεις φίλες μου το Νέο Φεμινιστικό κίνημα. Ήταν η αντίδραση μας στο λιθοβολισμό μιας συμμαθήτριας μας στο σχολείο. Οι κρατικές δυνάμεις με αυθαίρετο τρόπο είχαν προκαλέσει αυτήν την τραγωδία.

Εγώ το έμαθα λίγες μέρες αργότερα. Το κίνημα μας συγκίνησε τον κόσμο της πόλης μου. Κινητοποίησα 185,000 ανθρώπους στους δρόμους γύρω από το σχολείο. Το κίνημα είχε μανιφέστο που το έγραψα εγώ, είχε πλαίσιο λειτουργίας και στόχους.

Γι΄ αυτό φυλακίστηκα, βίωσα πόνο και έχασα πολλά. Βρέθηκα έκτος της οικογενειακής ζεστασιάς και έκτοτε, αποκόπηκα από τα πάτρια χώματα και από όλο τον κόσμο που με γνώριζε. Από τότε έως σήμερα, μπορώ να μιλώ μαζί τους μόνο  τηλεφωνικά, με μέιλ, κλπ…



ΣΑ. Επόμενος σημαντικός σταθμός στη ζωή σας ήταν η Ελλάδα. Ποιες ήταν οι αντιλήψεις σας για τη χώρα αυτή και ποιες από αυτές αποδείχτηκαν πραγματικές όταν πλέον βιώσατε ως μόνιμη κάτοικος τις συνθήκες που επικρατούν στην νεοελληνική κοινωνία;

ΧΠ. Ο πάππους μου γνώριζε οχτώ γλώσσες, ήταν ο άνθρωπος που μου δίδασκε φιλοσοφία, από αυτόν άντλησα τον τρόπο σκέψης και αντίληψης της ανθρώπινης ζωής. Πριν πάω στο σχολείο είχαμε κάνει μαζί την απολογία του Σωκράτη.  Εγώ ανάμεσα στα ξαδέλφια μου ξεχώριζα, διότι, μάθαινα εύκολα, ο πάππους μου με αποκαλούσε «το καμάρι μου». Γνώριζα για τη φιλοσοφία και την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού από τους λογοτέχνες, τον Όμηρο, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Ελύτη. Όλα μεταφρασμένα από άλλες γλώσσες. Ήθελα να σπουδάσω Φιλοσοφία στα Ελληνικά, το τμήμα αυτό δεν ήταν ξεκάθαρο και τελικά πήγα στις Κοινωνικές και Πολιτικές σπουδές. Είχα σοκαριστεί από το βάθος του χάους στην Αθηναϊκή πρωτεύουσα. Ένιωθα μεγάλη απογοήτευση με την καθημερινή κουλτούρα. Άλλα ένας απλός και σοφός Έλληνας, που ήταν πατέρας ενός φίλου μου, με έμαθε πως να αναζητήσω τα διαμάντια και πως να ξεπεράσω το πλήθος των αχρήστων.     



ΣΑ. Ακολουθούν σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στο τμήμα κοινωνιολογίας. Εκεί είχατε την τύχη να σας ξεχωρίσει ο αείμνηστος καθηγητής Νεοκλής Σαρρής. Πόσο επηρέασε την επιστημονική σας σκέψη και την γενικότερη στάση σας στα πράγματα;

ΧΠ. Το Πάντειο Πανεπιστήμιο ήταν ένας αντιφατικός χώρος για μένα, μπήκα σαν φοιτήτρια και ήμουν 20 χρονών. Ήθελα να παρακολουθήσω τα μάθημα ώστε να μάθω την ορολογία,  τη δομή της διδασκαλίας και της επιστημονικής σκέψης, άλλα η μια απεργία ερχόταν πίσω από την άλλη. Με το χέρι στην καρδιά έκανα τιτάνια προσπάθεια …

Τον αείμνηστο Δάσκαλο, τον Νεοκλή Σαρρή τον γνώρισα σε ένα από τα πρώτα μαθήματά μας που αφορούσε την Φιλοσοφία στην Μ. Ασία και τις ρίζες της γέννησης της ελληνικής κοινωνίας και τους νεοπλατωνιστές.  Σηκώθηκα και του απήγγειλα Μαβλανα Ρούμι που εντάσσεται σε αυτούς. Ο Ρούμι είναι ένας κορυφαίος ποιητής- στοχαστής που το ένα τέταρτο ενός έργου του το ξέρω απ’ έξω. Ο Δάσκαλος ένιωσε μεγάλη έκπληξη από το γεγονός.  Είχα και εγώ συγκινηθεί απερίφραστα από τον Δάσκαλο. Έμοιαζε ο τρόπος και η φυσιογνωμία του στον πάππου μου. Ένας φίλος μου μάλιστα πήγε και του είπε ότι έχει περάσει από το μυαλό μου ότι είναι σαν τον παππού μου. Ξέσπασε στα γέλια, άλλα εκτίμησε την παιδεία και το αγνό μυαλό μου. Γυρνούσα από βιβλιοθήκη σε βιβλιοθήκη στην Αθήνα, μελέτησα όσο δεν περιγράφεται. Και μελέτησα και όλα τα έργα του Δάσκαλου μας. Επειδή γνώριζα τι πάει να πει η αίσθηση της γλώσσας, αντιλήφτηκα πως μιλάει και γραφεί κομψά και άριστα ελληνικά.  Οι αποδόσεις μου ήταν Άριστες και τα βήματα μου ήταν κατά τα λεγόμενα του «Άλματα».

Είχα επαφές με την οικογένεια του και όταν αρρώστησε γίναμε πατέρας και κόρη. Αξιώθηκα λιγάκι να τον φροντίσω, να μου λέει για τους πόνους του, να μου δίνει συμβουλές για την ζωή μου. Ανησυχούσε πολύ για το μέλλον της Ελλάδας. Η οικογένεια μου από μακριά τον ήξεραν, δάκρυσαν όλοι διότι γνώριζαν πόσο σημαντικός ήταν για μένα και τι θαυμάσιος άνθρωπος ήταν.  Είναι ο Έλληνας πατέρας που μου εμφύτεψε μια σπάνια ελληνική ευαισθησία και μια άλλη δυνατή πνευματική ταυτότητα που έχει μέσα της την πνοή της Πόλης (η καταγωγή του ήταν απ΄ την Κωνσταντινούπολη).  Μου έμαθε πως είναι αυτές οι αρχαίες ταυτότητες, αδελφικές και πονεμένες και πως η μια είναι συνέχεια της άλλης.

Φυσικά, η ζωή με ευλόγησε επίσης να αποκτήσω πνευματική σύνδεση και σχέση με μια άλλη ιστορική ελληνική οικογένεια, την οικογένεια του Βαλαωρίτη από την Λευκάδα. Είναι δικοί μου άνθρωποι επίσης αυτοί. Ο Νάνος Βαλαωρίτης μάλιστα μου προλόγισε το πρώτο μου ποιητικού έργο στα ελληνικά. Ο Νάνος είναι ο τελευταίος άνθρωπος από την γένια του ΄30. Οπότε κουβαλάω μέσα μου κομμάτια του ιστορικού πολιτιστικού γίγνεσθαι της Ελλάδας. Δεν ήρθα και δεν ζούσα ως ξένη, άλλα ως ποιήτρια. 



ΣΑ. Ταυτόχρονα με το επιστημονικό σας έργο δραστηριοποιείστε και στο πεδίο της λογοτεχνίας και συγκεκριμένα της ποίησης. Θα θέλατε να αναφερθείτε στα θέματα που απασχολούν την ποιητική σας γραφή;

ΧΠ. “τά πάντα ρεί” J



ΣΑ. Θα μπορούσατε να εντάξετε τον εαυτό σας σε κάποια συγκεκριμένη ποιητική σχολή;

ΧΠ. Δεν μου αρέσουν οι σχολές και τα πλαίσια...





ΣΑ. O κόσμος της ποιήτριας Παναχί, πόσο διαφορετικός είναι από αυτόν της καθημερινότητας και πόσο εύκολα εισέρχεται «θεραπευτικά» ο πρώτος στο δεύτερο;

ΧΠ. Ο πραγματικός κόσμος είναι σκληρός, όμως και ο κόσμος της δημιουργίας έχει πόνο, απλά στα παιδικά μου χρόνια γεύτηκα την απολυτή χαρά, είμαι πολύ χαρούμενη γι΄ αυτό και προσπαθώ να βλέπω τα πράγματα με χιούμορ.



ΣΑ. Εδώ και περίπου δυο χρόνια αναγορευτήκατε διδάκτορας στις κοινωνικές επιστήμες. Πόσο πρόθυμο είναι το ελληνικό κράτος να αξιοποιήσει νέους και πολλά υποσχόμενους επιστήμονες;

ΧΠ. Είμαι άκρως απογοητευμένη από το λεγόμενο Ακαδημαϊκό χώρο στην Ελλάδα. Στην μετά, του αειμνήστου Δάσκαλου μου, εποχή κατάλαβα πόσο κακή είναι η ποιότητα τους.  Η πνευματική δραστηριότητα έχει μεταβληθεί σε εργαλείο εκτέλεσης έργου για τις διάφορες μορφές εξουσίας. Το Πανεπιστήμιο από ναός της γνώσης έχει γίνει ό,τι άλλο θες εκτός από αυτό. Με λύπη μου διαπίστωσα πως ένα μεγάλο κομμάτι του κράτους και του πανεπιστημιακού χώρου ελέγχεται από αυτούς που ο σκοπός τους είναι να διώξουν του Αρίστους για να μην κινδυνέψουν και να μην φαίνεται η γύμνια και η ασχήμια τους.

Εγώ που υπήρξα ξένη, χαμηλών τόνων γυναίκα, σοβαρή στο έργο μου έγινα στόχος τους μόλις πέθανε ο Σαρρής. Πίστευαν πως είμαι μια ανόητη και πεταμένη σε μια γωνία της Αθήνας. Δεν το κοίταξαν καν ότι είμαι πασίγνωστη στο εξωτερικό και είναι επικίνδυνο για το στυλ της χώρας να υποστώ πολιτικό διωγμό. Και όμως το έπραξαν.

Δεν είναι λόγια ή φαντασία, υπάρχουν μάρτυρες για όλα εκείνα που βίωσα. Ήταν πραγματικός Γολγοθάς. Η αλήθεια είναι εδώ και θα φανερωθεί. Ελπίζω κάποια στιγμή να νικήσει το φως,  στον πνευματικό και επιστημονικό κόσμο της Ελλάδος και να επέλθει η κάθαρση…



ΣΑ. Πόσο διαφορετικές είναι οι συνθήκες στο εξωτερικό για να μπορέσει κάποιος να αναπτύξει τις όποιες δημιουργικές του ικανότητες;

ΧΠ. Στο εξωτερικό εκτιμούν την ποιότητα, τη σοβαρότητα, οπότε δεν υπάρχουν οι μοχθηροί να σε εξοντώσουν και εάν υπάρχουν είναι λίγοι, τους οποίους μπορείς να βάλεις στη θέση τους και να δικαιωθείς αν σε ενοχλήσουν. Δεν υπάρχουν Αγάδες και αφέντες των γραμμάτων ή τσιφλικάδες που φέρονται χίλιες φορές χειρότερα από τον Σουλτάνο. Οθωμανικές και αραβικές δομές δεν υφίσταται για να αποτελειώσουν τους αδύναμους ή εκείνους που δεν έχουν  καβάτζα, όπως λέμε στη γλώσσα του λαού. Αυτές οι δομές είναι λεκές και ντροπή για τη σημερινή Ελλάδα. 

ΣΑ. Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι προοπτικές διεξόδου από την κρίση της ελληνικής κοινωνίας και τι ρόλο θα μπορούσε να έχει σε αυτή την προσπάθεια ο πνευματικός κόσμος;

ΧΠ. Ο ρόλος των ανθρώπων του πνεύματος είναι να υπηρετήσουν την αλήθεια και να εργάζονται γι΄ αυτήν και όχι για τις τσέπες και την προβολή τους, αλλά δυστυχώς αυτοί πολλές φορές μοιάζουν με άδεια κουτιά…



ΣΑ. Ίσως θα έπρεπε πριν μιλήσω για πνευματικό κόσμο, να σας ρωτούσα τι νομίζεται ότι χαρακτηρίζει έναν πνευματικό άνθρωπο;

ΧΠ. Η ακεραιότητα και η αλήθεια, στοιχειά που κτίζονται και δεν χαρίζονται.



ΣΑ. Έχετε εμπειρίες ζωής πολλών διαφορετικών πολιτισμών. Χωρίς να μπαίνουμε σε εξαντλητικές αναλύσεις, θεωρείτε ότι μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος μεταξύ του ισλαμικού κόσμου και της εκκοσμικευμένης χριστιανικής Δύσης ή πρόκειται για ένα εγχείρημα a priori καταδικασμένο στις εξουσιαστικές αξιώσεις της καπιταλιστικής οργάνωσης και στην ισλαμική δεσποτική αντίληψη της ζωής;

ΧΠ. Αν μου επιτρέπετε είναι μια λανθασμένη ερώτηση, γιατί; Γιατί  οι σχέσεις κεφαλαίου και πολιτικής, δηλαδή, οι δομές της παγκόσμιας οικονομίας, διαμορφώνουν και επηρεάζουν τα πάντα. Οι θρησκείες είτε ειρηνικές είτε μη ειρηνικές  κινούνται και μεταβάλλονται  συνεχώς. Με άλλα λόγια, η κοσμολογικές αλλαγές του μέλλοντος σε συνδυασμό με την πολιτική οικονομία οικοδομούν μια νέα εποχή που θα τη δούμε στα επόμενα πενήντα με εκατό χρόνια.



ΣΑ. Τα επόμενα επιστημονικά και ποιητικά σας σχέδια ποια είναι;

ΧΠ. Ήδη έχω τελειώσει τη συγγραφή του νέου μου βιβλίου που θα κυκλοφορήσει σύντομα στην ΝΥ, στις Ηνωμένες Πολίτες. Τα ποιήματα αυτά τα έχω μεταφράσει από τα Κουρδικά και μια φίλη μου τα έχει επιμεληθεί στα Αγγλικά.  Έχει τριάντα έξι ποιήματα, τα δεκαεπτά από τα οποία δεν είναι δημοσιευμένα ούτε στα Κουρδικά ούτε στα Ελληνικά.  Και φυσικά θα μπω σε ένα μεγάλο Πανεπιστήμιο το νέο εξάμηνο και ήδη είμαι απασχολημένη με κάποια αλλά πράγματα που ετοιμάζω…





ΣΑ. Θα ήθελα, εάν δεν έχετε αντίρρηση, να κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη με ένα δικό σας ποίημα.

ΧΠ. Πολύ ευχαρίστως…



Σύντροφος



Ο ιδρώτας ενός ποιήματος.

Στους μυστηριώδεις λόφους

Στην βαλίτσα κουβαλώ το ύψος μου,

Μαζί με ένα χρωματισμένο υπονοούμενο ταξιδεύω

Λες ακόμη να προσμένω

Να με κοροϊδεύει ο  Αχρίμαν*

Ή να ερωτευτώ τον ήλιο αμαρτωλό κορίτσι;

Λες να κατάγομαι

Από την χώρα των κυττάρων

Λες μια πειθαρχική βροντή

Να με κάνει βροχή του έρωτα;

Λες εκεί στα βάθη του χωραφιού

Στου νοθεμένου πόνου του δειλινού

Εκεί το χαμόγελο μου λες ακόμη να είναι μια μίμηση

Στο χαρούμενο καθρέφτη;

Του ψεύτικου λεπτού της μέρας

Μέσα στην ανάσα της ύπαρξης μας

Απ’ το φάντασμα με το μαύρο φόρεμα

Μου λες πώς να ξεφύγω;

Η σκιά του πάντως με φοβίζει

Έψαχνα στα παραμύθια

Στους θρύλους των παλιών εποχών

Την μέρα που δεν θα ξημερώσει

Από τις φημισμένες χίλιες νύχτες

Ένα γκρί τραγούδι

Του καταραμένου έρωτα

Από πού έχει έρθει;

Στην βαλίτσα κουβαλώ το ύψος μου

Το παραμυθένιο παλικάρι της βροχής

Χίλιες νύχτες το λένε

Πώς ταξιδεύω



* Αχρίμαν : το  πνεύμα του κακού



Δρ. Χίβα Παναχί, 1996, Κουρδιστάν,




*Η Χίβα Παναχί γεννήθηκε το 1980 στην πόλη Σίνα του Ιρανικού Κουρδιστάν, όπου και πήγε σχολείο. Από την ηλικία των 13 ετών άρχισε να δημοσιεύει τα ποιήματα και τα άρθρα της στα περιοδικά της γενέτειράς της. Σήμερα συνεργάζεται τακτικά με πολύ γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά του ιρακινού Κουρδιστάν και της Ευρώπης. Το 1997 με άλλες τρεις κοπέλες αντέδρασαν στο λιθοβολισμό μιας συμμαθήτριάς τους από το θεακρατικό καθεστώς, με συνέπεια να φυλακιστούν. Υπό τις νέες συνθήκες αναγκάστηκε να φύγει από το Ιράν και αρχικά βρήκε καταφύγιο στο Ιράκ, όπου έμεινε δύο χρόνια. Το 2000 ήρθε στην Ελλάδα με υποτροφία του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών. Είναι πτυχιούχος κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και διδάκτωρ κοινωνικών επιστημών στο ίδιο Τμήμα. Είναι επίσης μέλος της Κουρδικής Ακαδημίας που εδρεύει στο Παρίσι. Μιλάει άπταιστα κουρδικά, περσικά, αραβικά, ελληνικά και αρκετά καλά αγγλικά. Έχει εκδώσει πέντε βιβλία στα κουρδικά ("Τα μυστικά του χιονιού", ένα δοκίμιο για την ιστορία και τρεις μεταφράσεις έργων του Αισχύλου, του Αριστοτέλη και της Σούζαν Ντον). Η συλλογή ποιημάτων "Τα μυστικά του χιονιού" -που τη μεταγραφή τους στα ελληνικά επιμελήθηκε η ίδια- αποτελεί την πρώτη παρουσία της στα ελληνικά γράμματα.