Το ιστολόγιο του Σωτήρη Αμάραντου περιέχει θέματα: κοινωνικών & πολιτικών επιστημών, φιλοσοφίας, τέχνης, επικαιρότητας και αφορισμούς.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 8 Απριλίου 2019
Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019
Σ. Αμάραντος: Δραπετεύοντας από την παρακμή.
Σωτήρης ΑμάραντοςΟι φιλόσοφοι και οι ποιητές μας είχαν προειδοποιήσει από καιρό:
Οι φιλόσοφοι και οι ποιητές μας είχαν προειδοποιήσει από καιρό: Μια κοινωνία εισέρχεται σε φάση κρίσης, όταν καταρρέει η ικανότητά της να θέτει ή να αναγνωρίζει σκοπούς που να εναρμονίζουν τις ατομικές βλέψεις με τις συλλογικές ανάγκες. Όταν καταρρέουν οι αντικειμενικοί δείκτες αποτίμησης και ιεράρχησης των ανθρώπινων έργων και λόγων, ακολουθεί μια κάποια αποδιοργάνωση της κοινωνικής, πολιτικής και ψυχολογικής τάξης. Η αποδιοργάνωση αυτή δεν αποτελεί απαραίτητα αρνητική εξέλιξη, καθώς της δίδεται η ευκαιρία, μέσα από ένα είδος ερωτοτροπίας με το μηδέν, να αναπτύξει εκείνες τις δυνάμεις που θα της επιτρέψουν να αναγεννηθεί.
Εάν αντίθετα αποτύχει, η κρίση μεταστοιχειώνεται σε παρακμή. Η κατάσταση της παρακμής δεν συνιστά εξέλιξη της κρίσης, αλλά ποιοτικό άλμα, κατά το οποίο μια κοινωνία στερείται των αναγκαίων μέσων, ώστε να επιλύσει τα βασικά υπαρξιακά της ζητούμενα. Με απλά λόγια, δεν μπορεί να απαντήσει στο γιατί η ζωή έχει περισσότερο νόημα από τον θάνατο. Στον αντίποδα όλων αυτών των απαισιόδοξων προειδοποιήσεων και σε πείσμα των φιλοσόφων και των ποιητών, ο «πολιτισμός» του θεάματος έρχεται να προσφέρει τον εφησυχασμό της ματαιοδοξίας: σημασία δεν έχει τι κάνεις, αλλά πόσο στιλ βάζεις σε αυτό που κάνεις.Ο «πολιτισμός» του θεάματος συμβαδίζει με το αξίωμα της άπειρης δυνατότητας: όλοι είναι εξίσου ικανοί για όλα. Αν από το αξίωμα της ματαιοδοξίας προκύπτει ο αμοραλισμός, από την αρχή της άπειρης δυνατότητας ο ισοπεδωτισμός. Τα δυο αυτά στοιχεία είναι απαραίτητα, ώστε να είναι σε θέση μια ατομική ύπαρξη να μετατραπεί σε προϊόν της βιομηχανίας του θεάματος. Η ικανότητα προσαρμογής από την πλευρά των ατόμων σε μια τέτοια διαδικασία παρουσιάζεται κοινωνικά με τη μορφή της επιτυχίας.Ο σκοπός εκλείπει
Αν κάποτε ο όρος επιτυχία ήταν συνυφασμένος με την αξιολόγηση της ποιότητας της προσφοράς έργου σε έναν κάποιο τομέα, στις μέρες μας συνδέεται με την προθυμία έκθεσης του εαυτού, στα διάφορα μέσα προβολής. Τα χρήματα και η κοινωνική αναγνώριση αποτελούσαν σε παλιότερες κοινωνίες, κάποιες από τις συνέπειες της επιτυχίας. Πλέον συνιστούν την ίδια την επιτυχία. Όταν οι συνέπειες ενός σκοπού μετατρέπονται στον ίδιο τον σκοπό, έχουμε βάσιμους λόγους να ισχυριστούμε πως ο σκοπός εκλείπει.Η έκλειψη του σκοπού και η αδυναμία αναγνώρισης αυτής της απώλειας επισφραγίζει, όπως είδαμε πιο πριν, ότι οι σύγχρονες κοινωνίες τελούν όχι απλά σε κατάσταση κρίσεως, αλλά παρακμής. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι οδεύουν με λαμπερό χαμόγελο προς τον μηδενισμό της ύπαρξής τους. Σημαίνει πως, όχι μόνο στερούνται των μέσων να αποφύγουν μια τέτοια πορεία, αλλά και ότι βρίσκουν σε αυτήν ένα νέο είδωλο για να λατρέψουν.Όλη αυτή η εφιαλτική προοπτική διαγνώστηκε με τον πλέον γλαφυρό τρόπο, σε ένα από τα κείμενα του Ρένου Αποστολίδη. Πρόκειται για μια σύντομη αλληγορική ιστορία που έχει τον τίτλο: «Ο δραπέτης του αετώματος». Ξαφνικά, μεταφερόμαστε σε μια πόλη, η οποία δείχνει να βυθίζεται καθημερινά όλο και περισσότερο στον βούρκο της αθλιότητας και της χυδαιότητας. Παρ’ όλα αυτά, τα βλέμματα όλων είναι προσηλωμένα, πέρα από την πραγματικότητα αυτή, σε ένα περίλαμπρο αέτωμα, το οποίο κοσμούν υπέροχες μορφές και παραστάσεις. Όλα μοιάζουν τέλεια σε αυτό. Τίποτε δεν φαίνεται να χαλάει την εξωτερική του αρμονία.Αλήθεια και φαινομενικότητα
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως το αέτωμα γίνεται το σύμβολο κάθε μορφής επίπλαστης ωραιοποίησης της ζωής, αποπροσανατολισμού της σκέψης και καταστολής της κριτικής δύναμης. Μέσα σε αυτόν τον διχασμό αλήθειας και φαινομενικότητας, δείχνει να αναλίσκεται η ζωή σε αυτή την πόλη. Ώσπου μια μορφή από αυτές που κοσμούν το αέτωμα, αποφασίζει κάποια νύχτα να θραύσει την επίπλαστη αρμονία του αετώματος και να δραπετεύσει. Η δραπέτευση αυτή προκαλεί το πρώτο ρήγμα στο αέτωμα, ένα ρήγμα που αντανακλάται στο βλέμμα αυτών που το κοιτούσαν αποχαυνωμένοι.Ο κίνδυνος κατάρρευσης για το σύστημα που αντιπροσωπεύει το αέτωμα είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτός. Γι΄ αυτό και επιδίδεται με όλες του τις δυνάμεις, στο να κατασκευάσει πριν την αυγή, στην κενή πλέον θέση, ένα ομοίωμα του δραπέτη. Ένα ομοίωμα που θα σβήνει τα ίχνη αυτής της παραφωνίας. Με αυτόν περίπου τον τρόπο κλείνει η αφήγηση.Στο ερώτημα εάν ο συγγραφέας εκφράζει μια απαισιόδοξη στάση, θα πρέπει να απαντήσουμε αρνητικά. Η λογοτεχνία, σε αντίθεση με τον επιστημονικό ή τον πεζό λόγο της καθημερινότητας είναι σε θέση να μιλήσει αλληγορικά. Ακόμη και οι σιωπές της συνιστούν ένα πλούσιο υλικό νοημάτων που οφείλουμε να αποκωδικοποιήσουμε. Το κείμενο αυτό μας καλεί να γίνουμε συνεργοί στο «έγκλημα» της δραπέτευσης, στη θραύση των θαυμαστών μορφών που ωραιοποιούν την ασχήμια και την παρακμή του κόσμου μας και του ίδιου μας του ματαιόδοξου εαυτού. Ο δραπέτης του αετώματος μάς δείχνει τον δρόμο.
Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018
Σ. Αμάραντος:Τραγική αίσθηση της ζωής: ένας αγώνας εναντίον του μηδενός.
Σωτήρης Αμάραντος
Κάθε φορά που η
ανθρώπινη φύση εκδηλώνει το σκοτεινό της υπέδαφος, την κόλαση που η ίδια
εγκυμονεί, η αντίδραση της τρέχουσας-εργαλειακής εξίσου «ανθρώπινης, πολύ ανθρώπινης» διάστασης της σκέψης που ονομάζεται λογική, επιχειρεί να απωθήσει αυτή τη βαθύτερη αλήθεια
του ανθρώπου είτε στη σφαίρα του εντελώς άλλου και μακρινού, είτε στη σφαίρα
της σύμπτωσης και της εξαίρεσης. Η κατοπτρική όψη του εαυτού πρέπει να
ανασκευαστεί και να καλλωπιστεί πριν επιστρέψει σε εμάς. Αυτό δηλώνουν κυρίως
άρρητα, όλοι εκείνοι οι πολιτισμοί που απώλεσαν τη θεμελιώδη συνιστώσα του
τραγικού. Ο αγώνας εναντίον του μηδενός, της αναμέτρησης δηλαδή του ανθρώπου με
τον μηδενιστή της ύπαρξης που είναι ο θάνατος, συγκαλύπτεται μέσα από ένα
σύνολο σχέσεων επιφανειακού εξωραϊσμού της ζωής, της εργασίας, της πολιτικής,
της φιλίας, του έρωτα, ακόμη και της τέχνης. Δεν είχε άδικο ο Paul Valery,
προσπαθώντας ουσιαστικά να διαταράξει τις εύσχημες βεβαιότητες για τον άνθρωπο
του καιρού του, να σημειώνει εμφατικά ότι «εάν βλέπατε τη ψυχή μου δεν θα
μπορούσατε να φάτε».
Η τέχνη του τραγικού,
αντί να αποφεύγει την αναμέτρηση με ό,τι ο Kierkegaard αποκάλεσε αγωνία,
βυθίζεται στην άβυσσο των δυνατοτήτων της ανθρώπινης ύπαρξης, ξιφομαχεί με τις
δυνάμεις του μηδενός και ανασυντάσσει ολόκληρο το είναι της στην προοπτική μιας
ανώτερης του μηδενός οντολογικής δικαιοσύνης.
Οι σύγχρονες δυτικές
κοινωνίες αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα πολιτισμικών μορφωμάτων, καθώς
αδυνατούν να αναμετρηθούν με τις δυνάμεις του μηδενός που οι ίδιες εγκυμονούν.
Η βούληση για ισχύ, ένα γεγονός που έχει τις ρίζες του, όσον αφορά τον δυτικό
άνθρωπο στη θεολογία του Μεσαίωνα, από τον 19ο αιώνα ενδύεται εξωτερικά τις κατηγορίες της
επιστημονικότητας, έτσι όπως απαντώνται στην ανάπτυξη του παραδείγματος των
φυσικών επιστημών. Η βούληση αυτή λοιπόν, παρουσιάζεται στον χώρο της
κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας ως ο ηγεμονικός λόγος των κοινωνικών
επιστημών, που αξιώνουν, με όρους βιοπολιτικής κατά τον Foucault, τον ορισμό
της κανονικότητας για ευρύτερους πληθυσμούς. Η κατ΄επίφαση επιστημονικότητα, η
οποία επιχειρεί να μεταφέρει τον στατικό τρόπο αντίληψης της σχέσης αιτίας
αποτελέσματος που διέπει τα φυσικά φαινόμενα, στο δυναμικό πεδίο των ανθρώπινων
υπάρξεων, με σκοπό να τις μετατρέψει σε ένα διαχειρίσιμο υλικό, συνιστά ένα
είδος απόκρυψης του γεγονότος που επιχειρεί να φέρει στο προσκήνιο η τραγική
αίσθηση της ζωής, η οποία αποκαλύπτει μια θεμελιώδη πτυχή της ανθρώπινης
πραγματικότητας, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε απροσδιοριστία. Πρόκειται
για την βιωματική γνώση που πηγάζει από την αδυναμία της ανθρωπότητας να
ελέγξει με απόλυτο τρόπο το ίδιο της το είναι. Βεβαίως πίσω από όλα αυτά, δεν
μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε το αδυσώπητο βίωμα του θανάτου, το οποίο
απωθείται στο συλλογικό ασυνείδητο και ως εκ τούτου, το πρόταγμα για την
τραγική θέαση της ζωής να περνά στο περιθώριο. Η καθήλωση στη θετικιστική σύλληψη
των κοινωνικών φαινομένων και ο φόβος
του θανάτου, ωθεί στην απώλεια της τραγικής αίσθησης και στην ανάπτυξη του
γεγονότος της εξουσίας ως ενεργητικού και παθητικού συντελεστή, δηλαδή είτε ως
υβριστική υπέρβαση των υπαρκτικών ορίων, διαμέσου του εναγκαλισμού με τις
μεταφυσικές όψεις της εξουσίας, η οποία προσδίδει στον εκάστοτε κάτοχό της, την
ψευδαίσθηση παντοδυναμίας και άρα επιτυγχάνει την απώθηση του θανάτου είτε ως
δουλική υποταγή στην εξουσιαστική αρχή και άρα μετάθεση της διαχείρισης της
ευθύνης για την απειλή του θανάτου, από το επίπεδο της αυτονομίας του θνητού ανθρώπου,
στο επίπεδο του εκάστοτε πατέρα-εξουσιαστή.
Ταυτόχρονα εκλείπει η
αφετηρία για τον εντοπισμό του μηδενός, καθώς και η μέθοδος για τη διεξαγωγή
αυτής της αναμέτρησης, που είναι η τραγική τέχνη.
Ο ελληνικός κόσμος αντίθετα, επεξεργάστηκε την τραγική διάσταση με πολλούς
και διαφορετικούς τρόπους, πάντοτε σε σχέση με το στάδιο της πολιτισμικής του
ωριμότητας. Από τους κοσμολογικούς μύθους που συνιστούν το πρώτο στάδιο, πέρασε
στην καθαρή τραγική τέχνη και στη φιλοσοφική ενατένιση. Τα δυο αυτά συμβάντα
συνιστούν μερικές όψεις μιας ευρύτερης επεξεργασίας με όρους ελευθερίας που
αναδύονται εντός της κοινής ζωής της πόλεως, δηλαδή εντός των διαδικασιών του
πολιτικού βίου ως βίου ελευθερίας. Τα στοιχεία αυτά αποκτούν νέα διάσταση και
σημασία με τη συνάντηση ελληνισμού και χριστιανισμού, από την οποία προκύπτει
και η θεολογία του Σταυρού. Η ιδιαιτερότητα αυτής της διάστασης έγκειται στο
βίωμα της υπαρξιακής αγωνίας, η οποία εντοπίζεται στο μεταίχμιο δυο ιλιγγιωδών
για τον άνθρωπο παραμέτρων αφενός του επικείμενου φυσικού θανάτου και αφετέρου
της προσδοκώμενης εσχατολογικής μεταφυσικής, δηλαδή μεταξύ του μηδενός που
μηδενίζει και του μηδενός που αναδημιουργεί διαμέσου της αυτοθυσιαστικής
προσφοράς. Το επόμενο στάδιο της τραγικής αίσθησης, μπορούμε να το εντοπίσουμε
κυρίως στο δημοτικό μας τραγούδι και στα νεότερα λαϊκά άσματα, τα οποία απηχούν
τις ποικίλες όψεις διείσδυσης της τραγικής αίσθησης της ζωής στο σύνολο των
διακλαδώσεων της ζωής του βυζαντινού, του τουρκοκρατούμενου και νεότερου
ελληνισμού. Επίσης, οφείλουμε να διακρίνουμε τα λαϊκά αυτά άσματα από τα χυδαία
κατασκευάσματα, τα οποία διεκδικώντας μανιωδώς τον τίτλο του λαϊκού,
παραδίδονται στην έκπτωση και την ευκολία του συναισθήματος που συνεπάγεται το
μελόδραμα.
Κλείνοντας αυτή τη
σύντομη αναφορά, θα λέγαμε πως η τραγική τέχνη προϋποθέτει, πριν απ΄ όλα, μια
ισχυρή ασκητική βούληση, ικανή να αντισταθεί στον αβάσταχτο ανθρώπινο πόνο, στη
φρίκη που υφίσταται ο άνθρωπος είτε από τους άλλους ανθρώπους είτε από τον ίδιο
του τον εαυτό, γεγονός που τόσο θαρραλέα μπόρεσε να αναγνωρίσει στο ύστερο κυρίως έργο
του ως "ορμή καταστροφής" ο πατέρας της ψυχανάλυσης Freud. Η τραγική
τέχνη δεν αξιώνει την οριστική νίκη της επί του κακού, αλλά τη δυνατότητα του
ανθρώπου να ισορροπήσει, καθώς το εκκρεμές της ύπαρξης μετρά το χάος γύρω του
και εντός του. Θα ήταν συνεπώς αντινομικό να θεωρήσουμε ότι κάπου βρίσκεται
έτοιμη μια ανώδυνη συνταγή μαζικής ευτυχίας, την οποία μπορούμε κατά βούληση να
χρησιμοποιήσουμε ώστε να λυθούν αυτομάτως όλα μας τα προβλήματα. Ο συνεχής
αγώνας με το απόλυτο σκοτάδι, συνιστά το δύσβατο μονοπάτι που θα μπορούσε να
οδηγήσει σε μια σχετικά ισορροπημένη ζωή.
Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018
Γιώργος Κοντογιώργης: Τέλος της Ιστορίας ή ανθρωποκεντρική ολοκλήρωση;
Απόσπασμα από το βιβλίο "Γνώση και Μέθοδος"του Ομότιμου Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου Γιώργου Κοντογιώργη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΡΟΥΣΙΑ.
Σωτήρης Αμάραντος:
Θα μπορούσατε συνοπτικά να μας
πείτε μερικά λόγια για την κοινωνία που θα αναδυθεί στο τελικό στάδιο της
ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης; Πρόκειται
μήπως για ένα άλλο «τέλος της Ιστορίας»;
Γιώργος Κοντογιώργης:
Το
τελικό στάδιο της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης είναι η οικουμένη, που
υποστασιοποιείται πολιτικά με το κράτος της οικουμενικής κοσμόπολης. Η οικουμένη
απέχει από την εποχή μας όσο η προ-σολώνεια εποχή της πόλης/κράτους από το
τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και την επιδιαιτησία του Φιλίππου και του
Αλεξάνδρου στα ελληνικά πράγματα.
Από
την άλλη, όπως ήδη επισήμανα, η οικουμένη ως φάση δεν είναι στατική, έχει να
επιδείξει πολλά εσωτερικά υπο-στάδια, που παραπέμπουν σε επιμέρους περιοχές της
ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης του κοινωνικού ανθρώπου.
Το
ερώτημα που εγείρεται εν προκειμένω, είναι τι θα συμβεί εάν η φάση αυτή εξαντλήσει
τη δυναμική της. Διότι στην περίπτωση της μετάβασης από τη μικρή στη μεγάλη
κλίμακα του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, η απάντηση συνέχεται με την
ολοκληρωτική κυριαρχία του στο σύνολο του πλανήτη. Σ' αυτό το θέμα δεν έχω απάντηση,
διότι δεν διαθέτω ένα ομόλογο ή έστω αντίστοιχο παράδειγμα και η φαντασία όπως
προείπα δεν αποτελεί καλό σύμβουλο για την άντληση ασφαλών συμπερασμάτων. Θα
μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η ανθρωπότητα θα έχει τότε στη διάθεσή της
ικανά μέσα για να οδηγηθεί σε μια ασύμμετρη καταστροφική οπισθοδρόμηση, εάν η
οικουμένη δεν επιτύχει την ενότητά της υπό τη στέγη ενός μοναδικού
κοσμοκράτους. Το οποίο, με τη σειρά του, θα διασφάλιζε τη δημοκρατική
υποστασιοποίηση της κοσμοπολιτείας.
Δεν
πρέπει να αποκλεισθεί επίσης η είσοδος του ανθρωποκεντρικού κόσμου σε μια περίοδο
εξελικτικής ομοθεσίας, στο μέτρο που εγγράφονται σ’αυτήν φύσει σημαίνουσες
αλλαγές, οι οποίες επιπλέον θα συναρτηθούν με τη μοναδικότητα του
ανθρωποκεντρικού ιδιώματος στον πλανήτη γη. Η παράμετρος αυτή είναι όπως
προείπα θεμελιώδης, αν αναλογισθούμε τις επιπτώσεις του γεγονότος ότι το
ελληνικό/ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας βρέθηκε αντιμέτωπο με τη
δεσποτική παρειά της γης, η οποία βάρυνε ευρέως στις εξελίξεις.
Οίκοθεν
νοείται ότι δεν πρέπει να αποκλεισθεί επίσης η υπόθεση ο ανθρωποκεντρικός
κόσμος, στο βάθος της εξέλιξής του, να βρει διέξοδο σε άλλους πλανήτες, κατά το
ανάλογο της διακτίνωσής του από την μικρή στην πλανητική κοσμοσυστημική σφαίρα.
Οπωσδήποτε,
οι εξελίξεις που διαγράφονται με τη μετάβαση στη μεγάλη κλίμακα θα είναι όχι
απλώς ραγδαίες, αλλά και μοναδικά εντυπωσιακές, στο μέτρο που προμηνύεται ότι ο
άνθρωπος θα ελέγξει τις ιδιότητες εκείνες που κρύβει μέσα του και μέχρι τώρα
τις απέδιδε στο θείο. Ο τεχνολογικός άνθρωπος θα είναι ένας άλλος άνθρωπος ο
οποίος θα είναι τεχνολογικά πανταχού παρόν, θα ταξιδεύει χωρίς να μετακινείται,
σχεδόν παντογνώστης αφού θα είναι συγχρόνως σκεπτόμενος και προικισμένος με μια
τράπεζα δεδομένων, συστατική της ύπαρξής του, θα βλέπει πέραν του επιστητού της
όρασής του, θα επικοινωνεί με τους άλλους ή με το κοινωνικό σύνολο τεχνοδικτυακά,
θα υπάρχει και θα λειτουργεί ευρέως μέσα σε ένα ευφυές περιβάλλον με πρόσημο τεχνολογικούς
αυτοματισμούς που θα μεταβάλλουν άρδην τη θέση και τον ρόλο του στο κοινωνικό
γίγνεσθαι.
Στο
πλαίσιο αυτό, η τεχνολογία της επικοινωνίας θα μοιάζει εξίσου πραγματική όσο
και εκείνη της όντως φυσικής επικοινωνίας, καθώς θα αποτελεί ευρέως τη βάση για
τον ανθρωποκεντρικό του βίο. Στο επίπεδο αυτό θα οικοδομηθεί εντέλει τόσο το
οικονομικό και κοινωνικό όσο και το πολιτικό σύστημα.
Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017
Σωτήρης Αμάραντος: Παρουσίαση των βιβλίων του Δημοσθένη Δαββέτα.*
Σωτήρης Αμάραντος
Α) Θα ήθελα να αρχίσω τον λόγο μου, για το νέο βιβλίο του
Δημοσθένη Δαββέτα «Λιτανεία για ένα άστρο», με μια σκανδαλώδη, για τους πεζούς
καιρούς που διανύουμε, διαπίστωση, η οποία απαντά στο ερώτημα «γιατί μας αφορά
ένα τέτοιο βιβλίο»:
Όλοι ασκούμε τον φιλοσοφικό στοχασμό χωρίς απαραίτητα να το
συνειδητοποιούμε. Η φιλοσοφία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, έναν
κεντρικό κλάδο που ονομάζεται οντολογία, ο οποίος ασχολείται με τα όντα και το
Είναι των όντων. Την κάθε σκέψη και πράξη μας υποβαστάζει μια οντολογική αρχή,
ένας σκοπός και ένα νόημα. Ακόμη και στις πιο απλοϊκές και παιδαριώδεις
συμπεριφορές μας, παρίσταται, ως μακρινός απόηχος, η φιλοσοφική σφραγίδα μιας ή
περισσοτέρων κεντρικών αντιλήψεων για τα όντα. Αρά, ο άνθρωπος είναι ένα ον που
βρίσκεται υπό την επήρεια της φιλοσοφίας ακόμη κι όταν δεν το επιδιώκει. Την
ίδια στιγμή, η άσκηση και η προώθηση του συστηματικού φιλοσοφικού στοχασμού,
συνιστά μια συνειδητά κοπιαστική, πειθαρχημένη και έλλογη απόπειρα του
ανθρώπινου υποκειμένου να αναμετρηθεί με τα πρώτα και τα έσχατα ερωτήματα της
ύπαρξης και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας κάποιας επαφής με το αληθές.
Δίπλα σε αυτή τη συνιστώσα του πνεύματος που ονομάσαμε
φιλοσοφία, μπορούμε να τοποθετήσουμε και μια άλλη κατάσταση του πνεύματος που ονομάζεται
ποίηση. Η ποίηση προέρχεται από το ρήμα ποιώ, που σημαίνει δημιουργώ. Η
δημιουργία μπορεί να είναι τόσο υλική όσο και διανοητική. Μπορεί όμως να είναι
και τα δύο. Όλοι μας, σε κάποια φάση της ζωής μας, νιώσαμε το αίσθημα της
δημιουργίας, ακόμη κι όταν δεν επιδιώκαμε ρητά να δημιουργήσουμε τίποτε. Σε
αντίθεση από την ακαδημαϊκή φιλοσοφία, η οποία στηρίζεται σε μια αυστηρή μέθοδο,
καθώς και στη συστηματική παράθεση λογικών επιχειρημάτων, η ποίηση λειτουργεί
σχεδόν ακαριαία. Διακρίνεται κατά κανόνα από τη συντομία της και την άμεση
πρόσβαση στο ζητούμενο νόημα. Από τη στιγμή που η ποίηση είναι δημιουργία, ταυτόχρονα
δημιουργεί τα όντα και αποκαλύπτει το Είναι τους. Άρα θα μπορούσαμε να πούμε
ότι συνεπάγεται μια κεντρική φιλοσοφική διάσταση. Δηλαδή η δημιουργία των όντων
και η αποκάλυψη του Είναι τους, μας
φέρνει σε επαφή με το Αληθές.
Πέρα από τη φιλοσοφία και την ποίηση, θα ήταν καλό να
αναγνωρίσουμε μια τρίτη κατάσταση του πνεύματος που λέγεται σοφία. Όταν
χρησιμοποιούμε τον όρο σοφία, αναφερόμαστε στη σπάνια εκείνη κατάσταση του
πνεύματος, σύμφωνα με την οποία, ένα άτομο βρίσκεται σε άμεση επαφή με την
αλήθεια των όντων και του Είναι.
Συμπερασματικά η σοφία βρίσκεται στο τέλος των διαδρομών τόσο
της φιλοσοφίας όσο και της ποίησης. Παραπέμπει σε ένα είδος απελευθέρωσης από
τις αναγκαιότητες της καθημερινότητας, σε μια πληρότητα ύπαρξης και σε μια ένωση με την αλήθεια, που κατορθώνει
την υπέρβαση της πεπερασμένης διάστασης της ζωής και την εναρμόνιση του έσω
εαυτού με τον σύμπαντα κόσμο. Έτσι η σοφία ως σκοπός, είναι απελευθερωμένη από τις
ταπεινές μέριμνες της τρέχουσας ζωής, από τις οποίες δεν έχουν απαλλαγεί
εντελώς η φιλοσοφία και η ποίηση, όπως: από τον εγωισμό, από τον δογματισμό,
από τη φιλοδοξία αναγνώρισης και κυριαρχίας και από ένα σύνολο άλλων
χαρακτηριστικών που πολλές φορές αναγκάζουν τη φιλοσοφία και την ποίηση να
ξεστρατίζουν από τον βασικό τους σκοπό.
Μετά από αυτές τις θεωρητικές επισημάνσεις, θα έλεγα ότι
μπροστά μας βρίσκεται ένα βιβλίο φιλοσοφικής ποίησης, το οποίο επιδιώκει να
εισέλθει στη σφαίρα της λυτρωτικής πληρότητας που συνεπάγεται η υπαρξιακή
κατάσταση της σοφίας.
Όντως, διασχίζοντας τις σελίδες αυτού του βιβλίου, ο
αναγνώστης έρχεται σε επαφή με ορισμένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που
τέθηκαν στο επίκεντρο του ποιητικού και
φιλοσοφικού προβληματισμού ήδη από τις απαρχές τους.
1)Πιο συγκεκριμένα μπορούμε να
εντοπίσουμε το ζήτημα της αναζήτησης των υπαρξιακών ορίων του ανθρώπου.
Γράφει ο ποιητής:
«Αυτοπαρατηρούμαι και
παρατηρώ συνέχεια. Αιωρούμενος ανάμεσα στον εαυτό μου και τον κόσμο. Σε σημείο
που δεν γνωρίζω καν αν προϋπήρχα ή όχι του εαυτού μου» (σελ. 63)
2)Ένα άλλο πολύ σημαντικό πρόβλημα, με
το οποίο δοκιμάζει την πνευματικότητά του ο Δημοσθένης Δαββέτας, αφορά τη
διευθέτηση της σχέσης μεταξύ επιθυμιών και λόγου εντός του ανθρώπινου
υποκειμένου:
«Η δύναμη, τονίζει, ο
ποιητής, δεν είναι να ακρωτηριάζεις την επιθυμία σου, αλλά να την κάνεις πράξη
διαρκείας.»
3)Ένα ακόμη κεντρικό ζήτημα, με το
οποίο μπορεί κανείς να έρθει σε επαφή διαβάζοντας τη «Λιτανεία για ένα Άστρο», αφορά την αναμέτρηση μεταξύ ατόμου και
κοινωνίας, υποκειμενικής ύπαρξης και αντικειμενικού κόσμου.
«Η αυτογνωσία που
οδηγεί στη μοναξιά είναι μια Πύρρειος νίκη» (σελ. 52)
4)Ο έρωτας και ο θάνατος κατέχουν τη
δική τους περίοπτη μεν διακριτική δε θέση στο βιβλίο αυτό.
Έτσι στη σελίδα 18
διαβάζουμε πως: «Η ποίηση είναι η λιτανεία του έρωτα» ενώ
στη σελίδα 15 ότι :«Ο αυτόχειρας υπακούει στη δική του αξιοπρέπεια»
5)Η διάσταση της ελευθερίας και της
αναπαλλοτρίωτης επιθυμίας για προσωπική ετερότητα, είναι ένα ακόμη κομβικό θέμα
που μου έκανε εντύπωση στο βιβλίο αυτό.
«Δίχως επιθυμίες και
ελπίδες, τόσο ελεύθερος όσο και ανεπιθύμητος» (σελ. 15)
6)Τέλος το ζήτημα του λόγου ως έκφρασης
της βαθύτερης ταυτότητας του ανθρώπου, επανέρχεται συχνά ως θέμα,
επιβεβαιώνοντας την ανάγκη του ποιητή να δώσει μια απαντήση στο γιατί και στο
πως της δημιουργίας.
Με τρόπο ήπιο και λυρικό ο ποιητής προτρέπει:
«Ξάπλωσε ότι σε
βαραίνει στο λευκό της σελίδας. Για ολιγόλεπτη ίσως ανάπαυση.»
Μέσα από αυτήν την δειγματοληπτική απόπειρα επισκόπησης του
πλούσιου περιεχομένου της «Λιτανείας για ένα άστρο», νομίζω πως είμαστε σε θέση
να κατανοήσουμε ότι πρόκειται για ένα έργο, το οποίο πνευματικοποιεί το τραγικό
βίωμα που δοκιμάζει η ανθρώπινη ύπαρξη σε όλες τις πτυχές της ζωής. Η αίσθηση όμως του τραγικού, αυτήν που έφερε
στο φως ο ελληνικός πολιτισμός, απέχοντας πολύ από το να συμβιβαστεί με μια
δραματική έκπτωση ή μια εύκολη αποδοχή της ανθρώπινης συντριβής, έρχεται σε
αναμέτρηση με το έρεβος της ύπαρξης, δηλαδή με όλες εκείνες τις δυνάμεις που
απειλούν τον άνθρωπο με μηδενισμό. Στην τραγική αίσθηση όμως της ζωής, οι
δυνάμεις του ερέβους δεν επικρατούν, αντίθετα εξημερώνονται, αποκτούν μια
κάποια μορφή, μέσα από την οποία ο άνθρωπος έρχεται σε αρμονία με τον σύμπαντα
κόσμο, συμφιλιώνεται με την ιδέα της θνητότητας και είναι σε θέση να δώσει στη
ζωή του νόημα και προορισμό.
Ακριβώς σε αυτή την προοπτική θεωρώ ότι εντάσσεται το νέο
έργο του Δημοσθένη Δαββέτα, ο οποίος κατορθώνει να παραμένει σύγχρονος μέσα από
την επαφή του με τον κλασικό θησαυρό του βιωματικού, αισθητικού και
γνωσιολογικού φορτίου των αρχαίων πολιτισμών
και κυρίως του ελληνικού. Στις πνευματικές του αναζητήσεις, που περιέχονται σε αυτό
το βιβλίο, ισορροπεί, χωρίς καμιά επιθυμία κομπασμού, μεταξύ τρόπου έκφρασης
και περιεχομένου, αναδεικνύοντας μια προοπτική ήπιας αποδοχής του ανθρώπινου
πάθους με συνοδοιπόρο τον λόγο.
Ολόκληρη η φιλοσοφία αυτού του βιβλίου, κατατείνει στο
πλησίασμα του ιδεώδους της δημιουργικής επιστροφής στη μήτρα της ύπαρξης και
στην πληρότητα της ένωσης με το Εν. Ο ποιητής μας μιλά με σοφία και με όπλο του
τη γραφή, εκφράζει το βαθύτερό του αίτημα, μέσω μιας έκκλησης-προσευχής προς
τον Θεό της λογοτεχνίας:
«Να βρω αυτή τη λέξη που θα με χωρέσει ολόκληρο.»
Β)Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να πω
ορισμένα πράγματα και για το δεύτερο βιβλίο που παρουσιάζει σήμερα ο Δημοσθένης
Δαββέτας, το μυθιστόρημα «Έρωτας
Δαίμονας», το οποίο επανεκδίδεται.
Πρόκειται για ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα, στο οποίο, έχω την
αίσθηση, ότι ο συγγραφέας αναμετράται με τρία από τα σημαντικότερα και πιο
επιτακτικά προβλήματα τα οποία έχουν σημαδέψει την πορεία της ανθρωπότητας στον
κόσμο. Αυτά είναι ο έρωτας, ο θάνατος και η ελευθερία.
Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ένας καθηγητής φιλοσοφίας
της τέχνης στο Παρίσι, αφού βίωσε έναν ακόμη επώδυνο χωρισμό, στρέφεται προς
την ενδοσκόπηση.
Παλεύει με τα οξύτατα συναισθήματα της απώλειας και του
αποχωρισμού, τα οποία επιχειρεί να μορφοποιήσει μέσω της λογικής εγκράτειας και
της δημιουργικής δράσης, κατά την οποία σώμα και πνεύμα αναζητούν μια κάποια
ισορροπία και εναρμόνιση. Η πνευματική του δραστηριότητα και ο αθλητισμός
έδιναν πάντοτε τη λύση σε ανάλογα προβλήματα. Αλλά ας σταθούμε στη φράση
ανάλογα προβλήματα. Ο πρωταγωνιστής συνειδητοποιεί πως σχεδόν όλη η ζωή του
διέπεται από τη βίωση του ερωτικού πάθους και από την τάση του να διακόπτει τις
ερωτικές του σχέσεις πριν φθαρούν από την καθημερινότητα.
Αυτή η πρόωρη εκούσια δολοφονία της σχέσης, ισοδυναμεί με την
προσπάθεια να διατηρηθούν όσα αθάνατα στοιχεία περικλείει ο έρωτας πριν
υποταχθούν στις ιδιοκτησιακές συμβάσεις του τετριμμένου. Μέσα από τα αθάνατα στοιχεία του έρωτα ο
συγγραφέας, έχω τη γνώμη, ότι επιχειρεί να βρει μια διέξοδο από τη θνητή φύση
του ανθρώπου. Τα αθάνατα στοιχεία της σκέψης τα εμπιστεύεται σε αυτό που θα
μπορούσα να ονομάσω τράπεζα πνευματικών επενδύσεων, δηλαδή στη συγγραφή.
O πόνος λοιπόν της ερωτικής
απογοήτευσης εκφράζεται και γονιμοποιείται μέσω της τέχνης, νικώντας τους
μικρούς και τους μεγάλους θανάτους που νομοτελειακά, κάθε άνθρωπος,
αντιμετωπίζει κατά τη διάρκεια της ζωής του. Με τον τρόπο αυτό, η ζωή να
λούζεται από την πανδαισία των χρωμάτων,
της ελπίδας, της αγάπης και της ελευθερίας, άνευ προϋποθέσεων.
Τα δυο αυτά βιβλία που προσπάθησα να σας παρουσιάσω αποτελούν
τους καρπούς της ώριμης σκέψης ενός δημιουργού, ο οποίος μάχεται ακούραστα τις
δυνάμεις της αδράνειας και του μηδενός, αναζητώντας μια έστω και προσωρινή
διέξοδο προς το υπαρξιακό ζητούμενο της ελευθερίας από κάθε περιοριστική αναγκαιότητα.
* Η εισήγηση αυτή έγινε με αφορμή την παρουσίαση των βιβλίων του Δημοσθένη Δαββέτα "Λιτανεία για ένα άστρο" και "Έρωτας Δαίμονας", που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 2-12-2017 στην αίθουσα εκδηλώσεων της Φιλαρμονικής Εταιρίας "Μάντζαρος".
Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ: Η ΗΡΩΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΙΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ*
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ
[...]Ο ηρωικός άνθρωπος δεν είναι το άνθος, δεν είν’ ο
καρπός -αυτά αντιπροσωπεύουν το παρόν και του παρόντος την ανεπιφύλακτον χαράν.
Είναι ο σπόρος που θα ταφεί και θα σαπίσει, δια ν’ αναφανεί το άνθισμα και το
κάρπισμα. Είν’ εκείνος που θάπτεται δια να εορτασθή η ανάστασις, και ανάστασις
χωρίς ταφήν δεν υπάρχει.
[...]Αλλ΄ο ηρωικός άνθρωπος δεν δείχνεται εις την συντριβήν
του μόνον, ή και εις την ετοιμότητα έστω προς συντριβήν. Ειδεμή, η ηρωική
αντίληψις θα ήτον ιδεώδες θανάτου μόνον, όχι μορφή ζωής –και τι ζωής. Ο ηρωικός
άνθρωπος, και μόνος αυτός, ζη έντονα και πλούσια ολόκληρον την Ζωήν. Αλλά το να
ζήσει έντονα δεν σημαίνει δι’ αυτόν ό,τι συνήθως νοούμεν με την έκφρασιν αυτήν:
να δοκιμάζη άφθονα και δυνατά τας απολαύσεις και τας ηδονάς της Ζωής. Δεν τας
αγνοεί βέβαια τας απολαύσεις της Ζωής ο ηρωικός άνθρωπος. Αλλά τας δοκιμάζει
τόσον, όσον χρειάζεται να τας ξεπεράση, τας γνωρίζει τόσον, ώστε να εννοή, ότι
καταβάθος παραλύουν μάλλον την δύναμιν του ανθρώπου, και ας του χαρίζουν την
ψευδαισθησίαν της εντατικότητος και της πλησμονής. Έπειτα τας απολαύσεις
αναζητεί εκείνος που ζητεί να πάρει από την Ζωήν, όχι εκείνος που έχει να της
δώση- και σε πλουτίζει όχι το να παίρνεις, αλλά το να δίδης.
[…] Πουθενά δεν φαίνεται περισσότερον η υπερηφάνεια του ηρωικού ανθρώπου, παρά εις
τον τρόπον που διεξάγει τους λεγομένους αγώνας ιδεών. Δεν αποβλέπει ποτέ εις το
να νικήση. Τι θα ειπή να νικήση; Να δεχθούν τας απόψεις του; Συμφορά! Ο ίδιος
ξέρει τι του εστοίχισεν ώσπου να καταλήξη εις αυτάς, τι τόλμη εχρειάσθη, -
sapere aude, λέγει ο αρχαίος ποιητής- τι εσωτερικήν ωρίμανσιν προϋποθέτει. Έτσι
ανησυχεί μάλλον παρά ποθεί εκείνον, που θα τας δεχθή κατ’ επιταγήν ή ως προϊόν
μιας συντόμου συζητήσεως.
Δια ν’ αποκτήση
μήπως οπαδούς; Είν΄αληθές, ότι πολλοί αισθάνονται την ανάγκην να κάνουν
προπαγάνδαν δια τας ιδέας των, σαν να φοβούνται, ότι δεν θα είναι ορθαί, αν δεν
τας ανεγνώριζαν και άλλοι, κατά το δυνατόν πολυαριθμότεροι. Αλλ΄εκείνος
γνωρίζει, ότι σημασίαν δεν έχει το περιεχόμενον των ιδεών ενός ανθρώπου, αλλ΄η
ψυχική δύναμις με την οποίαν τας κατέκτησε και τας κατέχει, όχι το τι πιστεύεις
αλλά το πώς πιστεύεις ό,τι πιστεύεις. Ότι τας θεμελιώδεις, τας ζωτικάς
πεποιθήσεις σου ρυθμίζει κατά βάθος η μοίρα σου, όχι τανάπαλιν. Και η μοίρα σου
είναι κάτι απολύτως προσωπικόν. Δεν ημπορείς μήτε να δανεισθής, μήτε να το
δανείσης.
[….] Υπερήφανος είναι όχι εγωιστής. Δι’ αυτό σπαταλά τον
εαυτόν του. Η ευτυχία του είναι να δαπανά, ακριβέστερον ακόμη: να δαπανάται.
Ανεξάντλητος όπως είναι, δεν ξέρει αριθμητικήν. Είναι τόσον πλούσιος, ώστε θ’
αναπληρώσει εύκολα (το ξέρει) κάθε ζημίαν· προς τι λοιπόν να την υπολογίζει;
Υπολογίζει ο πτωχός· ο πλούσιος κλείνει τα μάτια, απλώνει το χέρι, και σκορπά…
Όσο και να σκορπίση, πάντοτ΄εκ του περισσεύματος θα είναι.
Εκ του
περισσεύματος αντλεί και η μεγαλοδωρία του ηρωικού ανθρώπου. Αφρόντιστα και
αδίστακτα σπαταλά τα πλούτη του, την δραστηριότητά του, την υγείαν του, την
ρωμαλεότητα της ψυχής και του νου του. Σκορπά την αγάπην του χωρίς ανταλλάγματα,
έτοιμος να πληρώσει εκείνους που θα θελήσουν να την δεχθούν. Σκορπά τας
συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς και την φλόγα, τα κάλλη και τα ρίγη της ψυχής
του·και είναι τόσον πολλά τα πολύτιμ΄αυτά πετράδια, ώστε ο πτωχός και ο κακός
υποπτεύουν πως θα πρέπει κύβδιλα να είναι · ειδεμή, θα τα εμοίραζεν έτσι, τόσον
αμέριμνα, τόσον αλύπητα; Σκορπά του νου του τα γεννήματα, που είναι δι΄αυτόν
βιώματα ψυχής, χωρίς να κατοχυρώνη συγγραφικώς την πατρότητά των, να έτσι σαν
τον ήλιον που ακτινοβολεί παντού το φως του. Και ο Ήλιος δεν έχει μετρητήν του
φωτός· έχουν αι ηλεκτρικαί εταιρείαι μόνον.
[…..]Η ζωή ενός
ανθρώπου, καθώς αυτού που περιέγραψα, δεν ημπορεί παρά να είναι σύντομος.
Σύντομος όχι πάντοτε με την κοινήν σημασίαν · ημπορεί κάποτε να ζήση και πολλά
χρόνια, αλλά πάντα θα είν΄ολίγα, σχετικώς με την πλησμονήν της ζωτικότητός του.
Άλλως η ηλικία είναι κάτι σχετικόν ·δεν μετρείται πάντως με την διάρκειαν, με
το περιεχόμενόν της μετρείται. Είν΄έννοια ηθική όχι αστρονομική.
Συνήθως όμως
είναι σύντομος και υπό την συνήθη χρήσιν της λέξεως. Σύντομος, διότι ο ηρωικός
άνθρωπος περνά ολόκληρον την ζωήν του εις το πολυκίνδυνον μέτωπον του πολέμου.
Σύντομος, διότι πάντοτε είναι, από την μοίραν του και μόνην οδηγούμενος, ερασιθάνατος.
Βαδίζει προς
τον θάνατον όχι δια ν’ αναπαυθή, όχι διότι εβαρέθηκε την ζωήν, όχι διότι
εδείλιασεν ενώπιον αυτής, όχι από μαρασμόν και εξάντλησιν των δυνάμεών του. Ο
ηρωικός άνθρωπος δεν υφίσταται τον θάνατον δι΄αυτόν και ο θάνατος άκομη δεν
είναι πάσχειν, είναι πράττειν. Είναι η τελευταία πράξις, με την οποίαν
επισφραγίζει όλας του τας άλλας πράξεις. Τους δίδει αυτή το νόημα· διότι και η
Ζωή όλη είναι μια διαρκής αρχή, και η αρχή το νόημά της αντλεί από το τέλος,
του οποίου είν΄η αρχή. Και είναι το τέλος ο θάνατος, αλλά και η τελείωσις.
Αλλ’ ο πληθωρισμός
της ζωής είναι τόσος μέσα του, ώστε και ο θάνατός του δεν είν΄εκμηδένισις
πλέον. Μεστώνει από περιεχόμενον, από ηθικήν αναγκαιότητα, πλημμυρίζει από την
χαράν και την ωραιότητα μιας τελευταίας νίκης-παρόμοια με τον ήλιον, ο οποίος,
κλίνων προς την δύσιν, ενδύεται την πορφυράν του μεγαλοπρέπειαν.
Αν θα
είν΄εκούσιος ο θάνατος ή ακούσιος, δεν έχει σημασίαν. Δια τον ηρωικόν άνθρωπον
ο θάνατος είν΄πάντοτ΄εκούσιος, αφού ο δρόμος, που συνειδητά εδιάλεξε και
βαδίζει, μοιραίως και αναγκαίως οδηγεί προς τα εκεί. Άλλωστε διαλέγει συνήθως ο
ίδιος τον θάνατόν του και την ώραν του, με την εσώψυχον πίστιν ότι δικαίωμά του
απόλυτον είναι: Αν θέλης να γεννηθής και πότε θέλεις να γεννηθής , δεν εξαρτάτ’
από την συγκατάθεσίν σου· το να φύγης όμως από την Ζωήν και πότε να φύγης, αυτό
άφηκεν ο θεός εις την ιδικήν σου, την υπεύθυνον διαγνώμην. Και είναι βαριά και
δύσκολος αυτή η ευθύνη δια τούτο και η ορμή προς αυτοσυντηρησίαν είναι τόσον
ισχυράν.
Αλλ΄εκούσιος ή
ακούσιος, ο θάνατος του ήρωος είναι πάντοτε μια έκρηξις ηφαιστείου. Να έτσι
ξαφνικά σπα το δοχείον της ζωής του, συντρίβεται και συντρίβει όλα γύρω του,
φλέγεται και φλέγει, φωτίζεται και φωτίζει- και τρομάζουν οι δειλοί και
ταπεινοί και φθονεροί. Οργή Κυρίου…
*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ιωάννη Συκουτρή «ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΤΗΣ ΖΩΗΣ»,
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ
Σωτήρης Αμάραντος: Mεταφυσική, Σκέψη, Μύθος και Λόγος, αναζητούν επιδέξιο φορέα-xειριστή
Σωτήρης Αμάραντος
Με το παρόν κείμενο δεν
φιλοδοξούμε να δώσουμε καμιά καινοφανή απάντηση, ως προς τα ζητήματα που
τίθενται ήδη από τον τίτλο, αλλά στην πρόκληση ενός σχετικού προβληματισμού,
μέσα από μια σειρά ερωτημάτων.
Μια από τις βασικότερες
πτυχές της αλλοτρίωσής μας ως κοινωνία, είναι η απώλεια της συνείδησης της
τραγικότητας της ύπαρξης, η απώθηση του χαοτικού και καταστροφικού στοιχείου
που μας διέπει ως όντα, δηλαδή του βιώματος του θανάτου, προς όφελος της
άμετρης παράδοσης, στον εδώ και τώρα ηδονισμό. Η απώθηση όμως κάθε άλλο
παρά λύνει το πρόβλημα, αντίθετα το επανεισάγει μεταμφιεσμένο ως ασυνείδητο
ρυθμιστικό παράγοντα της ατομικής και συλλογικής μας ζωής. Αυτή η υπόθεση θα
μπορούσε να φωτίσει πολλά φαινόμενα της πολιτικής και της κοινωνίας στη
σύγχρονη Ελλάδα όπως και στο σύνολο του Δυτικού κόσμου. Αλλά η ψυχική
διάσταση δεν θα είχε καμιά απολύτως σημασία και δυναμική, εάν ένα
ολόκληρο κοινωνικό σύστημα, με την ιδιαίτερη άρθρωση των θεσμών και των
λειτουργιών του, δεν την ενσωμάτωνε και δεν επένδυε σε αυτήν. Εάν λοιπόν
θέλουμε να φωτίσουμε τις αιτίες που οδηγούν σε όλες αυτές τις συνέπειες και δεν
σταθούμε απλά στην συμπτωματολογία, που έχει βέβαια την αξία της, αλλά μόνο ως
σημείο ενός πολύ βαθύτερου πράγματος, θα πρέπει να εστιάσουμε στις κυρίαρχες
κοινωνικές σημασίες, εντός και δια μέσου των οποίων αντλεί νόημα η καθημερινή
μας σκέψη και πράξη.
Το ερώτημα που προβάλει
μετά από αυτά είναι, τι είδους νόημα προμηθεύουν οι σύγχρονες κοινωνίες τα μέλη
τους και κατά πόσο αυτό το νόημα τους εξασφαλίζει μια κάποια υπαρξιακή
πληρότητα και δημιουργικότητα. Θα μπορούσαμε, ανατρέχοντας στα έργα των πρώιμων
σοσιαλιστών η ακόμα και σε επιμέρους τοποθετήσεις των πατέρων της πολιτικής
οικονομίας, να εντοπίσουμε ίχνη κριτικής, τα οποία κατά κάποιο τρόπο προμήνυαν
τα όσα θα ακλουθούσαν στον Δυτικό κόσμο. Ο Μαρξ, ο Φρόυντ, η σχολή της
Φρανκφούρτης κλπ. ο καθένας από την σκοπιά του, συστηματοποίησαν αυτή τη
κριτική, για να εκφραστεί τις επόμενες δεκαετίες, από φιλοσόφους και
επιστήμονες όλων των κλάδων και των ειδικοτήτων. Δεν θα πρέπει όμως να
πιστέψουμε ότι η κριτική αυτή είναι ενιαία, συνεχής και αλάνθαστη. Παρά το
ασυνεχές, τους τυχόν φανατισμούς, τις ατέλειές και κυρίως την ανεπίγνωστη
εμφιλοχώρηση της, σε αυτό που στιγμάτιζε, είναι δυνατόν να επισημανθεί μια
κεντρική κατεύθυνση, έστω και με έναν πολύ αφηρημένο τρόπο, η οποία έχει
επιβεβαιωθεί και κλινικά και στατιστικά, ώστε να φαντάζει αδιάψευστη, ακόμη και
για τους πλέον αμετανόητους θετικιστές. Πρόκειται για την κυρίαρχη κοινωνική
συνθήκη, σύμφωνα με την οποία οι υπάρχουσες κοινωνικές σημασίες, πέρα από μια αέναη
κίνηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, είναι κενή, δηλαδή αδυνατεί να
παράσχει στους κοινωνούς, ένα βαθύτερο νόημα ζωής, έναν αξιακό προσανατολισμό
της κοινωνικής δράσης και έναν ικανοποιητικό λόγο, για τη μετοχή τους, σε
πολύπλοκα δίκτυα προσωπικών και απρόσωπων σχέσεων.
Στο σημείο αυτό θα
διακινδυνεύσουμε την υπόθεση, ότι οι γενικότερες εξελίξεις στο επίπεδο του
πολιτισμού, οδήγησαν αρχικά στη διαφοροποίηση και στη συνέχεια στον
κατακερματισμό και στην ακοινωνησία των ταυτοτήτων, των επιμέρους κοινωνικών
δομών. Αυτός ο κατακερματισμός βρίσκει το αντίστοιχό του, τόσο σε
αντικειμενικές καταστάσεις, όσο και σε υποκειμενικά βιώματα. Πράγματι μια
κοινωνία για να υπάρξει με έναν βιώσιμο τρόπο, δηλαδή εξασφαλίζοντας ένα
ελάχιστο όριο αναπαραγωγής, λειτουργικότητας και ικανοποίησης ως προς τα μέλη
της, θα πρέπει να κατοχυρώνει πρώτα και κύρια την ταυτοτική της ενότητα. Να
αντιμετωπίζει τον εαυτό της εντός του ιστορικού γίγνεσθαι, αναγνωριστικά ως
προς το παρελθόν, δημιουργικά ως προς το παρόν, και σχεδιαστικά ως προς το
μέλλον. Η ταυτοτική αυτή ενότητα, είναι ένας πρώτος προσδιορισμός στα
ανελαστικά, για να χρησιμοποιήσω μια έννοια του οικονομικού συρμού, για την
ανθρωπότητα, ερωτήματα της ύπαρξης, της ζωής και του θανάτου, του χάους και της
αρμονίας, του λογικού και του παραλογου, του πεπερασμένου και του επέκεινα. Στο
σημείο αυτό θα χρειαστεί να σημειώσουμε εμφαντικά, ότι ο αδιαφιλονίκητος, για
την κυρίαρχη ιδεολογία της επιστήμης και φιλοσοφίας, ορθολογικός χαρακτήρας της
πραγματικότητας, είναι και αυτός αποτέλεσμα των πολιτισμικών διαδικασιών του
κατακερματισμού, που παρουσιάσαμε πιο πάνω και ο οποίος περνώντας από τα
διάφορα στάδια προοδευτικής αποστέωσης της σκέψης από τον μεταφυσικό της
προβληματισμό, καθώς και από την κατακρήμνιση των μυθολογικών ερμηνευτικών της
μέσων, κατέληξε σε έναν μη γόνιμο και βραχυκυκλωτικό μηδενισμό. Συνοπτικά το
είναι, για την παραδοσιακή σκέψη, υπάρχει μόνο στον βαθμό που είναι
καθορισμένο, εάν δεν είναι καθορισμένο δεν είναι τίποτα. Με την θέση αυτή όμως
πετάμε στα σκουπίδια η απλά αγνοούμε ότι υφίσταται έξω και διαπερνά τον
ορθολογικό καθορισμό, όπως και τα εργαλεία με τα οποία μπορούμε να σκεφτούμε
και να επεξεργαστούμε όλα αυτά τα αντικείμενα, από τον φυσικό κόσμο, έως την
ψυχή και την κοινωνία.
Μια απάντηση στο φλέγον
ζήτημα του πολιτισμικού μας κατακερματισμού, θα μπορούσε να δοθεί με τη μορφή
του ακόλουθου ερωτήματος: Μήπως για να αρθούν οι αιτίες της παρακμής αυτής, θα
πρέπει να δούμε από την αρχή την αξία της πλήρους σκέψης, που στοιχειοθετούν
από κοινού η μεταφυσική, ο μύθος και ο λόγος; Σίγουρα αυτή η ενότητα δεν είναι
αυτονόητη, ούτε ισοβαρής για κάθε κοινωνία. Ελάχιστα είναι τα παραδείγματα
κοινωνιών που το κατάφεραν αυτό, μια από αυτές ήταν και η Αθηναϊκή δημοκρατία
της κλασσικής περιόδου. Στις υπόλοιπες έχουμε την κυριαρχία του ενός η του
άλλου μέρους, με την πλάστιγγα να γέρνει υπέρ της μεταφυσική και κυρίως του
μύθου (εδώ περίοπτη θέση κατέχουν οι μάγοι, οι ιερείς και οι πολεμιστές), ενώ ο
λόγος θα περιοριστεί σε μια καθαρά συνδυαστική χρήση μεταξύ μέσων και σκοπών,
απαραίτητων για την επιβίωση αυτών των κοινωνιών. Αντίθετα στον σύγχρονο Δυτικό
πολιτισμό, η μεταφυσική και ο μύθος αποσύρθηκαν, ως παραδοσιακά και γραφικά
δεδομένα αλογίας, στην ιδιωτική ζωή, μετουσιωμένα σε καταναλωτικά πολιτιστικά
προϊόντα, αφήνοντας να αλωνίζει ελεύθερος ο ορθολογισμός, στον δημόσιο και
επίσημο χώρο, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα και από τον εαυτό, την αλογία που
ο ίδιος φέρει, όντας αποκομμένος από τη μεταφυσική σκέψη και τον μύθο.
Πιθανολογούμε πως η άρση όλων αυτών των αδιεξόδων προϋποθέτει μια νέα κοινωνική
ταυτότητα, που να προσανατολίζει και να συντονίζει την κοινωνική πρακτική προς
έναν η περισσότερους κοινωνικούς σκοπούς, παρέχοντας ταυτόχρονα τους όρους
νοηματικής και εμπειρικής πραγμάτωσης, για τον κάθε έναν κοινωνό
ξεχωριστά. Ο συμβολισμός σε αυτό το επίπεδο έχει μεγάλη βαρύτητα, καθώς
μόνο μια γενικού χαρακτήρα αναπαράσταση, δηλαδή μια κεντρική φαντασιακή
απάντηση, που θα ενοποιεί όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού, φυσικού και
ψυχικού κόσμου και θα παροντοποιεί λειτουργικά και δημιουργικά τη σχέση
ζωής και θανάτου, μπορεί να σταθεί στο ύψος μιας από την αρχή θεσμιζόμενης
κοινωνίας. Σε αυτό το σημείο η μεταφυσική σκέψη, ο μύθος και λόγος,
συνιστούν τα σημαντικότερα εργαλεία επεξεργασίας.
Ποιoς όμως θα μπορούσε
να είναι επιδέξιος χειριστής όλων αυτών; Σε μια κοινωνία που θέτει από την
αρχή η πρέπει να θέσει από την αρχή τον ίδιο της τον εαυτό; Για να το
πάμε παρακάτω σε αυτή τη περίπτωση, τι σημαίνει αυτή καθ΄ εαυτή η έννοια της
ικανότητας και του νοήματος; Έτσι το πρόβλημα από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά
και δυστυχώς οι απαντήσεις που έχουμε από τους μεγαλύτερους στοχαστές του
παρελθόντος και της εποχής μας δεν είναι ικανοποιητικές. Ας θέσουμε το ζήτημα
υπό την εξής μορφή: Αποδεχόμαστε ότι η κοινωνία αντιμετωπίζει τους όρους της
ίδιας της, της αποσύνθεσης. Οι επεξεργασμένες απαντήσεις σχετικά με τον
αναγκαίο κοινωνικό μετασχηματισμό θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε
τρεις βασικούς τύπους:
1) Ο μετασχηματισμός
θα προέλθει μέσα από την μεμονωμένη ατομική διεργασία του ανθρώπου( ατομική
ηθική), το κάθε υποκείμενο θα αναμορφώσει προς την ορθή κατεύθυνση τον εαυτό
του. Αθροιστικά λοιπόν, για όλα τα υποκείμενα μια τέτοια διαδικασία θα έχει
θετικά κοινωνικά αποτελέσματα. Η κριτική που θα μπορούσαμε να ασκήσουμε σε
αυτήν την θέση είναι εκτενέστατη, θα περιοριστούμε απλά να υπενθυμίσουμε, πως η
κοινωνία δεν είναι απλά ένα άθροισμα ατόμων, αλλά ένα σύνολο ανθρώπων
διαμεσολαβούμενο και αναδυόμενο μέσα από ποικίλες σχέσεις υποκειμένων και
αντικειμένων. Το μεμονωμένο άτομο θα επηρεαστεί πολύ περισσότερο από τις
κοινωνικές δομές, από ότι θα τις επηρεάσει, καθώς αυτές ορίζουν τις
προϋποθέσεις για την εν κοινωνία παρουσία του.
2) Στον δεύτερο τύπο
μπορούν να κατηγοριοποιηθούν οι θέσεις που βλέπουν ότι η λύση στο πρόβλημα του
κοινωνικού μετασχηματισμού θα προέλθει, είτε από κάποιον χαρισματικό
ηγέτη, είτε από μια προωθημένη-φωτισμένη κοινωνική ομάδα. Η κριτική μας εδώ
είναι περιττό να ασκηθεί, την έχει ασκήσει η ιστορία με πλείστα παραδείγματα.
Άλλωστε τίποτα δεν μπορεί να εγγυηθεί εκ των προτέρων την αυθεντία και το
χάρισμα του ηγέτη η της κοινωνικής ομάδας, όπως άλλωστε και το γεγονός, ότι
όταν τεθούν επικεφαλής αυτοί, θα συνεχίσουν να αντιπροσωπεύουν την κοινωνία και
όχι τα ιδιοτελή τους συμφέροντα.
3) Ο τελευταίος τύπος
φιλοξενεί θέσεις σύμφωνα με τις οποίες, η κίνηση-πανουργία (χεγκελιανά) της
ιστορίας, θα επιφέρει εκείνες τις συντριπτικές αλλαγές στις συνειδήσεις, όπου
σχεδόν αυτόματα, οι μάζες θα κινητοποιηθούν για να μετασχηματίσουν την
κοινωνική πραγματικότητα. Άρα η δραστηριοποίηση των μαζών για την κοινωνική
αλλαγή, αντανακλά τον ήδη συντελεσμένο μετασχηματισμό των κοινωνικών
δομών. Αυτή όμως η άποψη παρόλο που τονίζει ορθά, την σχετική αδυναμία
προγραμματισμού των κοινωνικών διαδικασιών, αφαιρεί από τη θεωρητική της
προοπτική, τη δημιουργική εισφορά των ανθρώπων στο κοινωνικό μόρφωμα, με
αποτέλεσμα τέτοιου είδους απόψεις, να τείνουν σε μια διδασκαλία
κοινωνικής μοιρολατρίας και άρα αναπαραγωγής της υφιστάμενης κατάστασης.
Όλες οι μεγάλες
φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές αφηγήσεις για το συγκεκριμένο πρόβλημα
ερωτοτροπούν, άλλες περισσότερο άλλες λιγότερο, άλλες φανερά, άλλες
συγκεκαλυμμένα και με τους τρεις αυτούς τύπους, τη στιγμή που επίσημα
υπερτονίζουν μόνο έναν από αυτούς. Ουσιαστικά επανακάμπτει το αιώνιο
δίπολο μεταξύ δομής και δράσης, που αντικατέστησε ίσως στις διχασμένες
συνειδήσεις μας, τον αρχαίο δυισμό μεταξύ σώματος και ψυχής, ως εάν η ανθρώπινη
σκέψη είναι καταδικασμένη στον διαρκή διπολισμό.
θα κλείσουμε θέτοντας
ένα κομβικό ερώτημα που καταδεικνύει την ουσία όλων μας των σχετικών προβληματισμών.
Σε μια κοινωνία που την μαστίζει η παρακμή σε όλες της σχεδόν τις
διαστάσεις, πως είναι δυνατό κάποιο χαρισματικό άτομο, ομάδα η τέλος το σύνολο
της κοινωνίας, να κινητοποιήσει διεργασίες κοινωνικού μετασχηματισμού, στον
βαθμό που η αποσύνθεση χαρακτηρίζει λίγο η πολύ, τόσο τον κάθε έναν μας
ξεχωριστά, όσο και τις κοινωνικές ομάδες; Πως μια κίνηση έστω και εάν προήρχετο
από μια εξωτερική ως προς την συγκεκριμένη κοινωνία πρωτοβουλία, θα μπορούσε να
συγκινήσει τις αλλοτριωμένες ομάδες και τα άτομα, για να υποστηρίξουν την
αλλαγή, ακόμη και με τίμημα την ίδια τους τη ζωή τους;
Πρώτη δημοσίευση: Αντίφωνο, 9-2-2013
Σωτήρης Αμάραντος: Μικρό σχόλιο στη "Νοσταλγία του Απόλυτου" του George Steiner
Σωτήρης Αμάραντος
Το φθινόπωρο του 1976 ο
George Steiner έδωσε 5 ραδιοφωνικές διαλέξεις, οι οποίες και εκδόθηκαν αργότερα
σε βιβλίο υπό τον γενικό τίτλο "Νοσταλγία του Απόλυτου".
Εντελώς περιληπτικά η
θέση του Steiner είναι η εξής: στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, η σταδιακή
αποδυνάμωση του κυρίαρχου θρησκευτικού φαινομένου (βλ. Χριστιανισμός) και η
αντίστοιχη εκκοσμίκευση της ζωής, ως αποτέλεσμα της ορθολογικής και
επιστημονικής αμφισβήτησης της παραδοσιακής κοσμοεικόνας, δημιούργησε ένα πολύ
σημαντικό κενό ως προς τη νοηματοδότηση της ύπαρξης. Δημιουργήθηκε τότε η
ανάγκη κάλυψης αυτού του κενού. Η δυτική ανθρωπότητα ανταποκρίθηκε σε αυτό το
υπαρξιακό αίτημα νοηματοδότησης του κόσμου με δύο βασικά ανορθολογικά σχήματα.
Το πρώτο από αυτά τα σχήματα, αν και ιδωμένο από τη σκοπιά της επιστήμης και
ειδικά των ανθρωπιστικών επιστημών, βασίζεται κατά τον Steiner σε ένα σύνολο
συγκεκαλυμμένων μεταφυσικών παραδοχών και ανορθολογικών επιχειρημάτων με
σωτηριολογικό περιεχόμενο και μυθολογική στήριξη. Κορυφαία παραδείγματα
του σχήματος αυτού, είναι ο Μαρξισμός, ο Φροϋδισμός και η θεωρία του Κλοντ Λεβί
Στρος. Στο δεύτερο εντάσσονται κάθε είδους σχετικά συντεταγμένοι
ανορθολογισμοί, από την αστρολογία και την πίστη στους εξωγήινους, έως τις
ανατολικές θρησκευτικές δοξασίες και τους κάθε είδους μάγους και πνευματιστές.
Πίσω όμως από όλες αυτές
τις τοποθετήσεις, διαφαίνεται η αναμέτρηση με μια κολοσσιαία διερώτηση: είναι
δυνατή μια ζωή μεστή νοήματος και αλήθειας, χωρίς την υποταγή της ανθρωπότητας
σε μια απόλυτη αρχή; Ο συγκεκριμένος στοχαστής εγκλωβισμένος στη διελκυστίνδα
της δυτικής μεταφυσικής, δεν έχει παρά μόνο δύο επιλογές. Είτε να αποδεχτεί την
ύπαρξη του απολύτου ως αρχή προσδιορισμού της πραγματικότητας και της ζωής,
πράγμα που θα τον έκανε απλά να οικειοποιηθεί τις συντεταγμένες της θεολογικής
αντίληψης του κόσμου του Μεσαίωνα, είτε να απορρίψει την ύπαρξη του
Απόλυτου, στηριζόμενος σε ένα είδος συλλογικής απώθησης του τελευταίου στο
συλλογικό ασυνείδητο, το οποίο ορίζει ίσως ως θεσμισμένη νεύρωση την κεντρική αναπαράσταση του κόσμου μας. Η θέση της
επιστήμης και της θετικής αποδεικτικής μεθόδου εισάγουν εκ νέου στη σύγχρονη εποχή το Απόλυτο,
μεταμφιεσμένο και ίσως πιο επιθετικό από ποτέ, στην καθημερινότητά μας. Ας
σκεφτούμε πόσο ισχυρή και συνηθισμένη για την υποστήριξη επιχειρημάτων σε
οποιοδήποτε θέμα είναι η επίκληση λέξεων η φράσεων όπως έρευνα, επιστήμη,
στατιστική, μαθηματική απόδειξη κλπ.
Ο Steiner αν και κάνει
ένα βήμα προς την αποκάλυψη του επιστημονικού προσωπείου του Απόλυτου,
αυτοπεριορίζει την κριτική του σκέψη στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών,
αφήνοντας ανέγγιχτες, σε ένα καλά οριοθετημένο πεδίο, που περιβάλλεται από
ιερότητα, τις λεγόμενες θετικές επιστήμες. Τόσο το πεδίο που αναγνωρίζει ο
συγγραφέας ως θεολογικό ή ως μεταθεολογικό όσο και το πεδίο της άρνησης του
Απόλυτου (που όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε, κάθε άλλο παρά επέκεινα του
Απόλυτου εντοπίζεται), το εκλαμβάνουν ως μια ανώτατη και απρόσιτη (ή έστω
προσιτή υπό αυστηρές προϋποθέσεις) αρχή πραγματικότητας που επιβάλλει τους
όρους της σε κατώτερες μορφές στερώντας τους την ελευθερία. Θα μπορούσαμε
μάλιστα να υποθέσουμε πως, η κατανόηση αυτή, ανάλογα με τις υπαρξιακές μας
προτεραιότητες, καθορίζει και τη στάση μας έναντι της ρητής αποδοχής ή όχι του
Απόλυτου. Δηλαδή, όπου προέχει η διασφάλιση της ζωής, επιλέγεται η αποδοχή του Απόλυτου,
ενώ όταν προέχει η ελευθερία προκρίνεται η απόρριψή του. Εδώ ας μας επιτραπεί η
ανάδειξη μιας διαφορετικής κατανόησης του Απόλυτου, που ούτε στερεί την
ελευθερία σε όσους το αποδέχονται, μα και ούτε τους υποχρεώνει να το αρνούνται
ενοχικά, υποκύπτοντας όμως ανεπίγνωστα στις επιταγές του. Σε αυτή τη λογική
αποδεχόμαστε το Απόλυτο ως μια ιδρυτική και εγγυήτρια δύναμη σε έναν ατελεύτητο
διάλογο με το μη απόλυτο, τονίζοντας την αξία του διακυβεύματος της σχέσης ως
ελευθερίας.
Πρώτη δημοσίευση: Αντίφωνο, 14-4-2013
Σωτήρης Αμάραντος: Φόρος τιμής στον Κορνήλιο Καστοριάδη
Σωτήρης Αμάραντος
Ίσως να έκανε λάθος ο
Karl Jaspers όταν χαρακτήρισε τον Μάξ Βέμπερ ως το τελευταίο καθολικό πνεύμα
του Δυτικού πολιτισμού. Όχι βέβαια γιατί ο Βέμπερ δεν αξίζει τον τίτλο του
καθολικού πνεύματος, αλλά γιατί σίγουρα δεν ήταν ο τελευταίος. Εάν με το
χαρακτηρισμό καθολικό πνεύμα εννοούμε την εξαιρετική ικανότητα-ιδιότητα ενός
σκεπτόμενου υποκειμένου να επικεντρώνει, να διεισδύει, να συγκρίνει, να
συνθέτει και τελικά να γνωρίζει πολλά και ποικίλα γνωστικά αντικείμενα, να
συγκεφαλαιώνει την ανθρώπινη γνώση διαφόρων επιπέδων και τομέων του επιστητού,
τότε θεωρούμε πως ο Κορνήλιος Καστοριάδης ανήκει σε αυτή την κατηγορία
στοχαστή.
Η επιστημονική και
τεχνολογική έκρηξη των δύο τελευταίων αιώνων και το γραφειοκρατικό σύστημα με
την αύξηση του καταμερισμού εργασίας που επέβαλλε, κατακερμάτισε κάθε
προνεωτερικό ή και πρώιμο νεωτερικό γνωστικό αντικείμενο, καθιστώντας
υποχρεωτικές τις εξής οριακές καταστάσεις: η πρώτη χαρακτηρίζεται από την
επιφανειακή γνώση πολλών επιπέδων της πραγματικότητας και βρίσκει πλήρη
εφαρμογή ως αναγκαίο προσόν στις χαμηλές ιεραρχικές θέσεις της εργασίας, αλλά
και σε πολλές άλλες εκφάνσεις της μαζικής κοινωνίας. Η δεύτερη αντίθετα
εισχωρεί στα κατάβαθα της γνώσης ενός ιδιαίτερου αντικειμένου. Πρόκειται για
την εξειδίκευση της εξειδίκευσης που μοιραία αγνοεί σε τέτοιο βαθμό την
πραγματικότητα στις καθολικές της διαστάσεις, ώστε καταλήγει στον εργαλειακό
υποβιβασμό. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις είναι εύκολο να αντιληφθούμε πως η
σύγχρονη δυτική κοινωνία δεν ευνοεί και τόσο την ανάδυση τύπων προσωπικότητας και
στοχασμού όπως αυτή του Κορνήλιου Καστοριάδη.
Ξεκινώντας από αυτή την
παραδοχή θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε βασικά στοιχεία της πορείας του
φιλοσόφου στους λαβύρινθους της σκέψης. Συνοπτικά στο έργο του Καστοριάδη
κανείς μπορεί να διακρίνει: πρώτον την απόπειρα συγκρότησης μιας θεωρίας
μεγάλης-καθολικής κλίμακας ή οποία φιλοδοξεί να ενσωματώσει στην προβληματική
της, τη φυσική, την ψυχική και την κοινωνική πραγματικότητα. Δεύτερον πολύ
δύσκολα και ίσως αποδεχόμενοι κάποιες συμβάσεις, που προκρούστια παραποιούν την
σημασιολογική ιδιαιτερότητα του καστοριαδικού έργου, θα μπορούσε να ενταχθεί το
τελευταίο στις κλασικές κατηγορίες της φιλοσοφικής σκέψης. Τρίτον η θεωρία αυτή
στηρίζεται σε ένα πυρήνα εννοιών που αν και αποτελούν κάποιες από αυτές δάνεια
παλαιότερων φιλοσοφικών και επιστημονικών επιτευγμάτων, στο έργο του Καστοριάδη
επεξεργάζονται και συντίθενται με έναν εντελώς δημιουργικό και καινοφανή τρόπο.
Τέταρτον μέσα από την αποδόμηση της λεγόμενης ελληνοδυτικής σκέψης ο
Καστοριάδης προχωρά στη δημιουργία μιας ερμηνείας του κοινωνικού και φυσικού
κόσμου η οποία αποτελεί και το θεμέλιο για την έκφραση του πολιτικού του
οράματος.
Η φιλοσοφία του
Καστοριάδη αναμετριέται με την ακαθοριστία-μαγματικότητα του ριζικού
φαντασιακού ως ορίζουσα δύναμη και πηγή δημιουργίας «εκ του μηδενός, μα όχι στο
μηδέν και με το μηδέν», τόσο του κοινωνικού μορφώματος συνολικά, όσο και της
ψυχικής πραγματικότητας.
Ανακαλύπτει την
τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης ως «συνολιστικού-ταυτιστικού» εγκλεισμού
στις επιταγές του καθορισμού, ως γεγονός απόκρυψης που επιβάλλει το
κοινωνικό-ιστορικό στον ίδιο του τον εαυτό, αποδίδοντας πάντοτε σε κάτι «άλλο»
τις οντολογικές του καταβολές. Αυτή τη τραγικότητα πολεμά, γνωρίζοντας ότι δεν
μπορεί να εξαλείψει. Αυτή η μάχη μάλιστα, για τον Έλληνα φιλόσοφο, τείνει να
κορυφωθεί όταν αναγνωρίζει την ανάγκη για μια γλωσσική μεταρρύθμιση, κατ΄
ουσίαν θεωρεί απαραίτητη τη μεταρρύθμιση των αρχετύπων της ανθρώπινης σκέψης
και νοηματοδότησης, προς τη μαγματική διάσταση. Τέλος, αυτοί οι προσανατολισμοί
αντιστοιχούν σε μια άλλη κοινωνία και σε ένα άλλο πολιτικό σύστημα, σε ένα
πρόταγμα που προσβλέπει σε μια αυτόνομη κοινωνία, αυτόνομων ατόμων, ικανών να
αποφασίζουν για όσα μοιράζονται και δημιουργούν.
Πρώτη δημοσίευση: Αντίφωνο 9-8-2013
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






